Ο Ελληνισμός ως αξιακός πυλώνας του Ελευθεροτεκτονισμού

0
933

Ελληνισμός και Τεκτονισμός

Ο Ελληνισμός ως αξιακός πυλώνας του Ελευθεροτεκτονισμού

Αγαπητοί φίλες και φίλοι, θέμα της αποψινής μου διαδικτυακής εισήγησης στην Ακαδημία του Αρχαίου και Αποδεδειγμένου Σκωτικού Τύπου είναι «Ο Ελληνισμός ως αξιακός πυλώνας του Ελευθεροτεκτονισμού».

Θα σας παρουσιάσω μία σταχυολόγηση αποσπασμάτων φιλοσόφων, από τον Ιωνικό Προσωκρατικό Διαφωτισμό μέχρι και την Αναγέννηση, που συνάδουν κατά την κρίση μου με το αξιακό σύστημα του Ελευθεροτεκτονισμού και ιδιαίτερα του Σκωτικού Τύπου.

Βεβαίως, δεν κομίζω Γλαύκα εις Αθήνας.

Στους τρεις αιώνες ζωής του Ελευθεροτεκτονισμού όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, πάμπολλοι ερευνητές, Έλληνες και αλλοδαποί, άνθρωποι που μετείχαν στην Ελληνική Παιδεία, υποστήριξαν ένθερμα μία ελληνική καταγωγή του Ελευθεροτεκτονισμού και μάλιστα το αρχαίο τεκτονικό χειρόγραφο The Regius Poem του 14ου αιώνα, που κυκλοφορεί στα μεταφρασμένο ελληνικά από τις εκδόσεις Γκοβόστη, μία τέτοια εκδοχή υποστηρίζει.

Υπάρχει επίσης το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο «The Greek Origin of Freemasonry», του Ελληνοαμερικανού Jack Nicholas Casavis.

Ωστόσο, σε ό,τι με αφορά, σκοπός μου δεν είναι μία «εθνική» διεκδίκηση της μητρότητας ενός πανανθρώπινου και οικουμενικού κινήματος του διαφωτισμού, όπως ο Ελευθεροτεκτονισμός.

Εξάλλου, εδώ και 23 αιώνες ο ίδιος ο Ελληνισμός -ως -ισμός, δηλαδή ως κοσμοθεωρία και αξιακό σύστημα- έχει πάψει να είναι εθνικός και έχει αποκτήσει οικουμενική, δηλαδή πανανθρώπινη, διάσταση.

Αδιαμφισβήτητα αυτά που θα παρουσιαστούν πρωτοδιατυπώθηκαν από Έλληνες, αλλά εδώ και 23 αιώνες ο Ελληνισμός έχει απλωθεί δίχως αποκλεισμούς σε όλους τους ανθρώπους και κληρονόμοι του, Έλληνες αληθινοί, θεωρούνται οι κατεξοχήν πεπαιδευμένοι της ανθρωπότητας ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας.

Για αυτό και η επιστήμη αποδέχεται απολύτως ότι αυτό που σήμερα ονομάζουμε Δυτικός Πολιτισμός είναι η συνέχεια, η μετεξέλιξη, ή μία ισχυρή έκφραση εάν θέλετε, του Ελληνικού Πολιτισμού.

***

Η αποψινή μου εισήγηση έχει μία ιδιαιτερότητα.

Λόγω ότι είναι δημόσια δεν θα παραθέσω ελευθεροτεκτονικά αποσπάσματα, ωστόσο, νομίζω ότι οι μετέχοντες θα αναγνωρίσουν τις συνάφειες.

Θέλω επίσης να κάνω απόλυτα σαφές ότι οι αναφορές στο Θείον, ή στο Θεό, δεν αφορούν καμία θρησκεία παρά μόνο τη φιλοσοφία, τη λογική, την πολιτική και την ιστορία των ανθρώπων.

Ευσέβεια:

Ξεκινώντας περίπου από την αρχή, για τους Έλληνες η λέξη «θρησκεία» δεν ήταν ιδιαίτερα δόκιμη, προτιμούσαν να μιλούν για «ευσέβεια», «σέβας» (σεβασμός).

Συγκεκριμένα, αυτό που αποκαλείται στις μέρες μας αυθαίρετα και ανιστόρητα «αρχαία ελληνική θρησκεία» ή «δωδεκάθεο» εκείνοι το έλεγαν «θείον και πάτριον αξίωμα της ευσεβείας». Έτσι το γράφει ο Πλούταρχος στο «Περί Δεισιδαιμονίας» (166B).

Και Πιττακός ο Μυτιληναίος, σε ένα δελφικό του παράγγελμα, διδάσκει: «Πρὸ πάντων σέβου τὸ θεῖον».

«Ευσέβεια» λοιπόν και όχι «θρησκεία».

Ο θεός είναι ένας:

Εξάλλου ο Θεός για τους Έλληνες φιλοσόφους είναι ένας, ποικιλόμορφος βεβαίως, αλλά ένας.

Ότι ο θεός είναι ένας το διακήρυξαν δημόσια προσωκρατικοί όπως ο Ηράκλειτος και ο Ξενοφάνης, δίχως να αντιμετωπίσουν αντιρρήσεις ή να υποστούν συνέπειες.

«Ένας θεός μοναδικός, ο πιο τρανός και στους θεούς και στους ανθρώπους, ούτε όμοιος στο κορμί με τους θνητούς, ούτε στη σκέψη», γράφει ο Ξενοφάνης.

«Το Ένα, το Σοφό, και δεν θέλει και θέλει να ονομάζεται μόνο Ζευς», λέει ο Ηράκλειτος.

***

Πώς τον προσαγόρευαν αυτόν τον ένα Θεό;

Ως τέκτονα, ως πρωτομάστορα, ως «εὐρύοπα», δηλαδή πανόπτη, όπως αποκαλεί τον Δία ο Ησίοδος στον στίχο 229 του «Έργα και Ημέραι» και επίσης «εὐρύοπα» τον αποκαλούν ο Όμηρος και ο Ορφέας.

Ο Πλάτων, στον «Τίμαιο», παρομοιάζει τον θεό με «ποιητή», «πατέρα», «δημιουργό», «συνιστά» και «τέκτονα».

Ο «τεκταινόμενος» γράφει στο 28c, δηλαδή ο «τέκτων», ο κατασκευαστής που συνιστά τον κόσμο, με προϋπάρχοντα υλικά, σε τάξη από το χάος, που «Τέλεον αυτόν [τον κόσμον] ετεκτήνατο» (33α).

Αλλά μήπως και σήμερα δεν αποκαλούμε τον θεό Κτίστη, δηλαδή τέκτονα;

***

Έχει σημασία σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε τι σημαίνει τέκτων στην ελληνική γλώσσα.

Για να είμαι ασφαλής και συνεπής ανέτρεξα στο λεξικό των Liddell & Scott.

Εκεί λοιπόν, στη σελίδα 305 του 4ου τόμου, διαβάζουμε ότι τέκτων σημαίνει ξυλουργός, μαραγκός, ναυπηγός, οικοδόμος, γλύπτης αλλά και αίτιος, πρωτουργός, ποιητής και -εδώ μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα- σοφός.

***

Επίσης έχει και τη σημασία του χορευτή του -καλλι-τέχνη- και μάλλον εδώ οφείλεται η παρεξήγηση των Μάνλυ Χολ και Ιππόλυτου ντα Κόστα, που παρασύρθηκαν διαβάζοντας στον Στράβωνα (ΙΔ) την αναφορά για «Διόνυσον τεχνιτών» (C643 παρ. 29), δηλαδή καλλιτέχνες του Διονύσου και νόμισαν ότι ανακάλυψαν «Ελευθεροτέκτονες» στην αρχαία Ελλάδα, ενώ η αναφορά είναι για για τους θεατρικούς θιάσους.

***

Επιστρέφοντας στον «Τίμαιο» -και έχοντας στον νου μας ότι η λέξη «τέκτων» έχει στα ελληνικά και τη μεταφορική σημασία του σοφού- ο Πλάτων παρομοιάζει, για να δώσει ένα παράδειγμα, στο 69a, τους συμμετέχοντες στον διάλογο με «τέκτονες»:

«Τώρα λοιπόν που έχουμε στα χέρια μας, σαν υλικό στα χέρια τεκτόνων, το διπλό νήμα των αιτιών…» αναφέρει.

Εάν δεχθούμε ότι ο σύγχρονος Ελευθεροτεκτονισμός αναγνωρίζει ως «πατέρες» του τους Πλατωνιστές του Κέμπριτζ, ένα ιδιόμορφο φιλοσοφικό κίνημα του 17ου αιώνα το οποίο, αντλώντας από την (νεο)πλατωνική παράδοση, συνέβαλε στη διασύνδεση της χριστιανικής ηθικής με τον αναγεννησιακό ουμανισμό και τον ορθολογισμό, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει καθόλου η υπόθεση ότι, πιθανότατα σκόπιμα επιλέχθηκαν οι συντεχνίες των επαγγελματιών τεκτόνων για τον εισοδισμό πλατωνικών πυρήνων που είχαν επιβιώσει από τους σκοτεινούς αιώνες.

Κι αυτή η υπόθεση ενισχύεται εάν αναλογιστούμε ότι, η προϋπόθεση για να γίνει κάποιος δεκτός στην Ακαδημία, δηλαδή το πασίγνωστο «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μοι την θύρα», από όλες τις επαγγελματικές συντεχνίες του 17ου αιώνα, που αποτελούσαν εν δυνάμει πολιτικά υποκείμενα, ταίριαζε «γάντι» σε εκείνη των τεκτόνων, που ως οικοδόμοι, ως κτίστες, ήταν οι κατεξοχήν γνώστες της γεωμετρίας.

Επίσης, όπως λέγεται, ο Πλάτων με τη φράση αυτή αναφέρεται στη γεωμετρική αρμονία του σύμπαντος, την οποία μπορούμε να την πούμε και «παγκόσμιο ρυθμό».

Θα μπορούσαμε να τολμήσουμε τη σκέψη ότι, μέσα από αυτή την οργανωτική μετεξέλιξη η λέξη «τέκτων» ανακτά την αρχαία ελληνική της μεταφορική σημασία, δηλαδή του φίλου της σοφίας, της γνώσης και των επιστημών, την οποία βεβαίως αντιλαμβάνονται μόνο εκείνοι που μετέχουν στην ελληνική παιδεία και γνωρίζουν βαθιά την ελληνική γλώσσα και έτσι η νέα ιδιότητα που προκύπτει, από το πάντρεμα πλατωνικών πυρήνων και επαγγελματιών τεκτόνων, δηλαδή η ιδιότητα του Ελευθεροτέκτονα, σημαίνει «μυστικά» τον ελεύθερο φίλο της σοφίας.

***

Τον Θεό δεν τον παρομοίασε με «τέκτονα» μόνο ο Πλάτων.

Πέντε αιώνες αργότερα ο αρχιερέας των Δελφών, Πλούταρχος, στο έργο του «Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης» (927B), αποκαλεί τον Δία, δηλαδή τον Ύψιστο Θεό, ποιητή, πατέρα, δημιουργό και «αριστοτέχνα», που σημαίνει: «αυτός που κατέχει άριστα μια τέχνη» αλλά και «πρωτομάστορας».

Ο «αριστοτέχνας» δημιουργός του σύμπαντος του Πλούταρχου βεβαίως μπορεί να ειπωθεί και Μέγας Αρχιτέκτονας του Σύμπαντος και να σημαίνει ακριβώς το ίδιο.

Ο θεός της φιλοσοφίας:

Στο σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνίσουμε ότι, αυτός ο θεός δεν είναι της θρησκείας αλλά της φιλοσοφίας.

Ονομάζεται επίσης και θεός των φιλοσόφων.

Από την ελληνική αρχαιότητα διαπιστώθηκε η διάσταση μεταξύ των λαϊκών θρησκευτικών πεποιθήσεων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από τους ποιητές και τους νομοθέτες και των απόψεων των φιλοσόφων για τον θεό.

Οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τον θεό, εξηγεί ο Πλούταρχος, «προέρχονται (από τρεις πηγές) …από τον μύθο, τον νόμο και τη λογική».

«Έτσι λοιπόν», συνεχίζει ο Πλούταρχος, «για την αντίληψή μας για τους θεούς υπήρξαν οδηγοί και δάσκαλοί μας οι ποιητές, οι νομοθέτες και τρίτοι οι φιλόσοφοι, ορίζοντας όλοι το ίδιο την ύπαρξη των θεών, αλλά έχοντας μεγάλες διαφορές μεταξύ τους…», γράφει στον «Ερωτικό» (763C), για να εξηγήσει λίγο παρακάτω:

«…όταν οι φιλόσοφοι θεοποιούν κάποιες ιδέες, αριθμούς, μονάδες και πνεύματα, οι ποιητές και οι νομοθέτες δεν έχουν την υπομονή να τους ακούσουν, ούτε και μπορούν να καταλάβουν τι εννοούν».

Αιώνες αργότερα, μετά την επικράτηση των αβρααμικών μονοθεϊσμών, η ελληνική φιλοσοφία εκτός από τον χριστιανισμό, με τον οποίο αρχικά συγκρούστηκε, συναντήθηκε επίσης με το Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμό.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα ο κορυφαίος Άραβας φιλόσοφος και θεολόγος του 9ου αιώνα, Αλ Κίντι, που διαπότισε τη μουσουλμανική θεολογία με πλατωνικές διδασκαλίες και ο επίσης κορυφαίος Εβραίος ραβίνος του 12ου αιώνα, Μωυσής Μαϊμονίδης.

Ωστόσο και σε αυτή τη φάση δεν άργησε να διαπιστωθεί ένα όριο, μία κόκκινη γραμμή, στη διαλεκτική σχέση της φιλοσοφίας με τις θρησκείες. Ποια είναι αυτή;

Ότι ο θεός της φιλοσοφίας διαφέρει εντελώς από τον θεό της θρησκείας.

Που διαφέρει;

Δεν είναι ένας θεός δημιουργός του κόσμου εκ του μηδενός αλλά, σαν ένας αρχιτέκτονας, οικοδομεί τον κόσμο με προϋπάρχοντα υλικά.

Σύμφωνα με τον Pierre Chuvin, στο βιβλίο του «Οι τελευταίοι εθνικοί», σε αυτή τη διάσταση οφείλεται και η πολιτική αιτία της βίαιης σύγκρουσης μεταξύ φιλοσοφίας και θρησκείας στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας.

«…η επίκληση του ενός και μόνου θεού δεν ήταν αρκετή για τους χριστιανούς.

»Εξάλλου και οι νεοπλατωνικοί συμφωνούσαν ότι ο θεός είναι ένας, μολονότι εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους.

»Η μοναδικότητα του θεού των Ιουδαίων και Χριστιανών έγκειται στο ότι είναι ο δημιουργός του σύμπαντος, ενώ οι εθνικοί θεωρούσαν ότι το σύμπαν δεν έχει δημιουργηθεί από κανέναν» (132).

Και σε αυτό ακριβώς το κορυφαίο σημείο η φιλοσοφία διαχωρίζεται από τη θρησκεία.

Ο Μαϊμονίδης, για παράδειγμα, αν και δέχεται ότι η πλατωνική διδασκαλία περί ενός «δημιουργού»-οργανωτή της άτακτης πρώτης ύλης βρίσκεται κοντύτερα στην αλήθεια τελικά καταλήγει ότι και ο Πλάτων σφάλλει στο μέτρο που αρνείται την εκ του μηδενός κτίση.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όπως ο Πλάτων δεν θεωρείται θρησκευτικός ηγέτης, αν και μίλησε για τον θεό, ούτε ο Ελευθεροτεκτονισμός είναι θρησκεία.

Έχει μάλιστα υποστηριχτεί -ένας που το έχει πει είναι ο Μισέλ Ονφρέ στην «Πραγματεία περί Αθεολογίας»- ότι ο Θεός της φιλοσοφίας είναι ένας θεός που μπορεί να γίνει αποδεκτός ακόμα και από τους άθεους.

Πρέπει να γίνει κατανοητό απολύτως ότι, όποιος αναφαίρεται στον θεό της φιλοσοφίας ούτε θεολογεί, ούτε συγκροτεί κάποια καινοφανή θρησκεία.

***

Ως όρος «ο θεός της φιλοσοφίας» ή «ο θεός των φιλοσόφων» δεν είναι πρόσφατος, έρχεται από παλιά.

Σίγουρα από την πρώιμη αναγέννηση στην ανατολική αυτοκρατορία.

Ο Έλληνας πλατωνικός φιλόσοφος του 11ου αιώνα, Μιχαήλ Ψελλός, μοναχός, πρύτανης του Πανδιδακτήριου της Κωνσταντινούπολης, διπλωμάτης και επί σειρά διαδοχικών αυτοκρατόρων πρωθυπουργός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντίου), φρόντισε στη «Χρονογραφία» του, με μία δήλωση-ομολογία «κρυμμένη» ανάμεσα στις αράδες της διήγησης του για την ολέθρια ήττα στο Μαντζικέρτ (1071), να ξεκαθαρίσει στις επόμενες γενιές ποιες απόψεις πραγματικά πρέσβευε:

«Εγώ δε, όμνυμι δε θεόν η φιλοσοφία πρεσβεύει…», δηλαδή, «Εγώ λοιπόν ορκίζομσι στον Θεό, στον Θεό που πρεσβεύει η φιλοσοφία…».

***

Ο θεός αυτός, λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιο», δεν είναι ασύλληπτος, αλλά δύσκολο να βρεθεί.

«Και αν ακόμη τον βρει κάποιος, είναι αδύνατο να τον φανερώσει σε όλους τους ανθρώπους».

Ο θεός αυτός, σύμφωνα προς τον Ξενοφάνη, δεν αποκαλύφθηκε μέσω κανενός θεόπνευστου προφήτη – συνομιλητή Του.

Άρα, στην πραγματικότητα κανένα θρησκευτικό δόγμα δεν είναι θεόπνευστο, είναι όλα ανθρώπινα δημιουργήματα:

«Μα το σαφές κανείς δεν είδε, κι ούτε θα γνωρίσει για τους θεούς και όσα λέγω γύρω απ’ όλα.

»κι αν τύχει, όσο πιο τέλεια να πει “άνθρωπος” αλήθεια, ο ίδιος όμως δεν το ξέρει. για όλα υπάρχει δοξασία»

Και συμπληρώνει ο ίδιος:

«Οι δοξασίες αυτές ας νομισθούν όμοιες με αληθινές…».

Ο Ξενοφάνης υποστηρίζει ότι κανένας δεν θα μπορέσει ποτέ να γνωρίσει τη σαφέστατη αλήθεια γύρω από τα μεγάλα οντολογικά ζητήματα που θέτει ο άνθρωπος όπως σύμπαν, θεός, πραγματικότητα κλπ.

Ωστόσο, επισημαίνει ότι, οφείλουμε για χάρη των ανθρώπινων αναγκών να θεωρούμε σε κάθε εποχή τις δοξασίες μας όμοιες με αληθινές, αν και ξέρουμε ότι δεν είναι, εφόσον έχουμε επίγνωση ότι γνωρίζουμε μόνο ένα απειροελάχιστο μέρος της αλήθειας και όχι την ίδια καθαυτή.

Έτσι, μην αποδεχόμενοι απόλυτα και αλάθητα δόγματα, εξασφαλίζεται η πρόοδος.

«Μελέτα τὸ πᾶν», συμβουλεύει ο Περίανδρος της Κορίνθου, ένας εκ των επτά σοφών της αρχαιότητας.

Έτσι πράττει και η επιστήμη με τις θεωρίες της και ο ίδιος ακριβώς προοδευτικός τρόπος διδάσκεται και εξασκείται μέσω του -δίχως όριο στην αναζήτηση της αλήθειας- αποσυμβολισμού.

***

Και τώρα, επειδή μόλις αναφέρθηκα σε αποσυμβολισμό, αξίζει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στο ακόλουθο απόσπασμα από το έργο «Περί του Σωκράτους Δαιμονίου» του Πλούταρχου, όπου παραθέτει πολύτιμες πληροφορίες για τα ελληνικά μυστήρια:

«…έτσι και από εμάς αυτοί που βρίσκονται πάνω από εμάς, αφού ξεχωρίσουν, λες, από το κοπάδι τους καλύτερους, τους σημαδεύουν και τους κρίνουν άξιους να τύχουν ιδιαίτερης και ξεχωριστής παιδείας και αγωγής, φέρνοντας τους στον σωστό δρόμο όχι με ηνία και καμτσίκια, αλλά με τη λογική μέσω συμβόλων, για τα οποία οι πολλοί του κοπαδιού δεν έχουν ιδέα…» (593B).

***

Οι θρησκείες όμως παραμένουν ανθρώπινα δημιουργήματα.

Ο ισχυρισμός ότι οι κανόνες των θρησκειών είναι θεόπνευστοι ή παραδομένοι από τον ίδιο τον θεό «αυτοπροσώπως» σε έναν εκλεκτό Του «προφήτη» ή νομοθέτη, αποτελεί σύμφωνα προς τους Έλληνες τέχνασμα των πρώτων νομοθετών, οι οποίοι αναγκάστηκαν να γίνουν και οι ιδρυτές των πρώτων οργανωμένων θρησκειών, για να πείσουν τους ανθρώπους να συμμορφωθούν στους νέους κανόνες συνύπαρξης λόγω της μόνιμης εγκατάστασης τους σε οικισμούς εξαιτίας της γεωργίας, η οποία διαδέχτηκε τον παλαιότερο τρόπο ζωής των ανθρώπων σε ολιγομελείς νομαδικές ομάδες κυνηγών – τροφοσυλλεκτών.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης («Ιστορική Βιβλιοθήκη», Α΄, 94. 1-3) αναφέρει:

«Τώρα πρέπει να μιλήσουμε για τους νομοθέτες της Αιγύπτου που έδωσαν τα τόσο ιδιαίτερα και παράδοξα θέσμια.

»Μετά την πρώτη εγκατάσταση των ανθρώπων στην Αίγυπτο, που σύμφωνα με τη μυθολογία έγινε την εποχή των θεών και των ηρώων, ο πρώτος, λένε, που έπεισε το λαό να χρησιμοποιήσει γραπτούς νόμους ήταν ο Μνεύης, άνδρας όχι μόνο μεγαλόψυχος αλλά και ο πιο αφοσιωμένος στο καλό της κοινωνίας απ’ όλους τους νομοθέτες που μνημονεύονται.

»Αυτός λοιπόν προσποιήθηκε πως του έδωσε τους νόμους ο Ερμής, με τη διαβεβαίωση πως θα φέρουν μεγάλα καλά στη ζωή των ανθρώπων, όπως ακριβώς έκανε, λένε, στους Έλληνες ο Μίνωας στην Κρήτη και ο Λυκούργος στους Λακεδαιμονίους, που ο ένας είπε ότι πήρε τους νόμους από το Δία και ο άλλος από τον Απόλλωνα.

»Τούτο το είδος επινόησης παραδίδεται ότι χρησιμοποιήθηκε και σε πολλούς άλλους λαούς και στάθηκε αίτιο πολλών αγαθών σε όσους το πίστεψαν.

»Στους κατοίκους της Αριανής ιστορείται πως ο Ζαθραύστης (Ζωροάστρης) προσποιήθηκε ότι του έδωσε τους νόμους το Καλό Πνεύμα, στους ονομαζόμενους Γέτες, που θεωρούν τους εαυτούς τους αθάνατους, ο Ζάλμοξις έκανε το ίδιο λέγοντας ότι πήρε τους νόμους από την θεά Εστία, ενώ στους Ιουδαίους ο Μωυσής απέδωσε τους νόμους του στον θεό που λεγόταν Ιαώς (Γιαχβέ), κι αυτό το έκαναν όλοι είτε επειδή πίστευαν πως μία σύλληψη που θα ωφελούσε την ανθρωπότητα ήταν αξιοθαύμαστη και θεϊκή είτε επειδή έκριναν πως ο απλός λαός θα υπάκουε με μεγαλύτερη προθυμία σε νόμους που υπαγορεύτηκαν από θεούς με υπεροχή και δύναμη».

Τα ίδια υποστηρίζει και ο Πλάτων, στο δεύτερο βιβλίο των «Νόμων» (663e-664b), || αποκαλύπτει ότι ήταν συνήθης τακτική μεταξύ των πρώτων αρχαίων νομοθετών να εφευρίσκουν εντελώς απίθανες και φανταστικές διηγήσεις, μέσω των οποίων κατάφερναν και έπειθαν τους πολλούς να πειθαρχούν στους νόμους τους:

«ΚΛ. Η αλήθεια είναι πραγματικός θησαυρός, φίλε μου, αλλά δεν νομίζω ότι είναι εύκολο να πείσουμε τους άλλους για τη χρησιμότητά της.

»ΑΘ. Σωστά. Τι γνώμη έχεις όμως για τον μύθο του Σιδώνιου; Έγινε πολύ εύκολα πιστευτός, μολονότι είναι εντελώς απίθανος, όπως χιλιάδες άλλες παρόμοιες ιστορίες.

»ΚΛ. Ποιες ιστορίες εννοείς;

»ΑΘ. Να, αυτή που λέει ότι σπάρθηκαν δόντια απ’ τα οποία ξεφύτρωσαν οπλισμένοι άντρες. Αυτό το σπουδαίο παράδειγμα δείχνει ότι ο νομοθέτης έχει τη δύναμη να πείθει τους νέους για τα πάντα, αρκεί να το θέλει. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να βρει κάτι πιστευτό, το οποίο θα ωφελήσει την πόλη. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να επινοήσει κάθε μέσο που θα επιτρέπει σε ολόκληρη την κοινότητα να διατηρεί μέσα από τα τραγούδια, τις ιστορίες και τις συζητήσεις της ένα μακροχρόνιο και σταθερό πνεύμα ενότητας. Αν όμως εσείς βλέπετε διαφορετικά το θέμα, μη διστάζετε να πείτε την άποψή σας.

»ΚΛ. Δεν νομίζω ότι κάποιος απ’ τους δυο μας μπορεί να διαφωνήσει με όσα λες». ||

Και ο Πλούταρχος («Περί του εαυτόν επαινείν ανεπιφθόνως», 543A.), συμφωνεί και συμπληρώνει:

«Όπως λένε, η νομοθεσία του Ζάλευκου εκτιμήθηκε πολύ από τους Λοκρούς, επειδή έλεγε πως η Αθηνά τού παρουσιάζεται κάθε φορά και τον καθοδηγεί στους νόμους του και τον συμβουλεύει, και πως όλα όσα θεσπίζει είναι στοχασμοί και σκέψεις που δεν ανήκουν στον ίδιο.

»Ίσως βέβαια είναι ανάγκη να επινοούμε τους παραπάνω τρόπους θεραπείας και παρηγοριάς για τους εντελώς φαύλους και κακοήθεις».

Ο θεός είναι κοινός σε όλους τους ανθρώπους:

♦ Για την ελληνική φιλοσοφία ο θεός είναι ένας και κοινός σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα εάν οι άνθρωποι τον ονομάζουν με διαφορετικά ονόματα, τον αντιλαμβάνονται και τον τιμούν σύμφωνα με τις ιδιαίτερές τους παραδόσεις.

Όλες οι θρησκείες, όλες οι θρησκευτικές αντιλήψεις, είναι διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πανανθρώπινης προσπάθειας να αντιληφθεί τον θεό.

Ο οποίος δεν είναι διαφορετικός. Δεν είναι άλλος ο θεός των Ελλήνων κι άλλος ο θεός των Εβραίων. Ο ίδιος θεός είναι. Ο κάθε λαός τον προσέγγισε διαφορετικά.

Πολύ εύστοχα, πάνω σε αυτό, ο Πλούταρχος γράφει -σαν μέσα από κάποια κρύπτη- στο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» (377E-F), ότι:

«Όπως ο ήλιος, η σελήνη, ο ουρανός, η γη και η θάλασσα είναι κοινά σε όλους, αλλά τα ονομάζουν με διαφορετικές ονομασίες οι διάφοροι λαοί, παρόμοια, μολονότι ένας είναι ο λόγος που τα τακτοποιεί και μια πρόνοια που τα επιτηρεί, μολονότι, από την άλλη, οι δυνάμεις είναι ταγμένες να υπηρετούν όλα τα όντα, έχουν θεσπιστεί σε διαφόρους λαούς διαφορετικές ονομασίες και τιμές για όλα αυτά».

Και στο «Περί Φυγής» λέει περίπου το ίδιο:

«Οι ίδιοι (φυσικοί) νόμοι για όλους, ένα το πρόσταγμα και μία η εξουσία. (…) Ένας ο βασιλιάς και άρχων, “ο θεός, που είναι η αρχή, το μέσον και το τέλος του σύμπαντος, που το διατρέχει από τη φύση του απ’ άκρου εις άκρον σε όλη την έκτασή του…» («Περί Φυγής», 601 A-B).

Αποτέλεσμα της παραπάνω αντίληψης ότι, ο πεπαιδευμένος άνθρωπος δύναται με εργαλείο τον συγκρητισμό να υιοθετεί τα ενάρετα από όλες τις θρησκείες, θρησκευτικές αντιλήψεις και φιλοσοφίες, αρκεί βεβαίως αυτές να συναντιούνται σε ένα κοινό πεδίο, σε έναν κοινό αξιακό κώδικα.

Είναι αυτονόητο ότι ο συγκρητισμός λειτουργεί με τα κοινά και όχι τα ενάντια.

Λέει λοιπόν ο Ιουλιανός, που πολύ άδικα τον είπαν Παραβάτη, ότι: «Εγώ πάντως, επειδή θέλω να μιλώ πάντα με σεβασμό για τους θεούς και για όσους πορεύτηκαν τον δρόμο των θεών –όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους βαρβάρους- υπήρχαν άνθρωποι που πρέσβευαν τούτη τη φιλοσοφία, που είναι, νομίζω, παγκόσμια και απόλυτα φυσική και δεν απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη.

»Φτάνει μόνο να διαλέξεις τα καλύτερα, από αγάπη προς την αρετή και αποστροφή προς το κακό» («Εις τους απαιδεύτους κύνας» – 187d).

Τώρα, στο εύλογο ερώτημα, ποιο είναι αυτό το κοινό πλαίσιο όπου εντός του φύεται γόνιμα ο συγκρητισμός, η απάντηση είναι: εκείνο που όρισε ο Ελληνισμός με τον ορθό λόγο.

Ο Κέλσος, στον «Αληθή Λόγο» του (180 μ.Χ.), γράφει:

«Βέβαια, ακόμη και οι βάρβαροι είναι σε θέση να επινοούν δόγματα.

»Μόνο που συμβαίνει, να είναι οι Έλληνες οι πιο κατάλληλοι να κρίνουν την αρετή και να επιβεβαιώνουν την αξία των όσων σκαρφίζονται οι βάρβαροι».

Και σε αυτό το σημείο, χάρη στον Κέλσο, ίσως κατανοούμε καλύτερη την προτροπή, πρώτα να εγκύψουμε στην ενδελεχή μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και ύστερα να περιεργαστούμε τα φιλοσοφοικά συστήματα της Ανατολής και της Δύσης.

Γιατί; Γιατί μόνο εάν αποκτήσουμε την πυξίδα του ορθού λόγου των Ελλήνων, με ευθυκρισία θα αναγνωρίσουμε την αρετή και την αξία στα ξένα δόγματα, δίχως να αποπροσανατολιστούμε από τη δεισιδαιμονία της Ανατολής και την αθεΐα της Δύσης.

♦ Και βεβαίως, σε ένα τέτοιον κόσμο, η ανεκτικότητα και η θρησκευτική ελευθερία είναι αυτονόητες και αδιαπραγμάτευτες, όπως διδάσκει ο Ευριπίδης στην τραγωδία «Ιππόλυτος».

Σύμφωνα με το σενάριο, η Αφροδίτη αισθάνεται προσβεβλημένη από τον Ιππόλυτο, τον γιο του Θησέα, επειδή την απορρίπτει και τιμά μόνο την Άρτεμη.

Ένας υπηρέτης, στην προσπάθειά του να μεταπείσει τον πρίγκιπα, τον ρωτά «πώς και δεν τιμάς τη σεβάσμια θεά;».

Και ο Ιππόλυτος απαντά αφοπλιστικά, όχι βεβαίως στον υπηρέτη αλλά στους χιλιάδες Αθηναίους θεατές που παρακολουθούν το έργο:

«Άλλους ανθρώπους και θεούς αγαπά ο καθένας».

***

Συνεχίζουμε…

♦ Όταν η ελληνική σκέψη ωρίμασε αποφάνθηκε ότι ο θεός δεν επεμβαίνει στους νόμους της φύσης, ούτε στις ζωές των ανθρώπων.

Δηλαδή, δεν είναι θαυματουργός, ούτε τιμωρός.

«Τα αίτια των συμφορών κάπου άλλου πρέπει να τα αναζητάμε και όχι στον Θεό» (Πλάτων, «Πολιτεία», 379c).

«Ματαίως οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, υποστηρίζοντας ότι από εκείνους προέρχονται οι συμφορές τους» (Πλάτων, Αλκιβιάδης Α’», 142d).

«Για τον δεισιδαίμονα κάθε σωματική ασθένεια καθώς και η απώλεια χρημάτων και οι θάνατοι παιδιών και η κακή του πορεία και αποτυχία (…) ονομάζονται πλήγματα από τον θεό, χτυπήματα από τη θεία τύχη.

»Έτσι δεν τολμάει να επιχειρήσει να επανορθώσει το κακό ούτε να το εξαλείψει ή να το αντιμετωπίσει…» (Πλούταρχος, «Περί Δεισιδαιμονίας», 168C).

«Όποιος όμως φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα, την γη, την θάλασσα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο» (165Ε).

Ο θεός δεν είναι κακός, οι άνθρωποι του «χρεώνουν» τις δικές τους φαύλες πράξεις:

«…θεωρώ ότι στη θεά χρεώνουν την (ανθρώπινη) φαυλότητα, γιατί κανείς από τους θεούς δεν είναι κακός…», γράφει ο Ευρπίδης στην «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (390-391).

«Όμηρος και Ησίοδος τους θεούς κατηγόρησαν μ’ όλα όσα στους ανθρώπους ντροπές είναι και ψόγος, πως κλέβουνε, μοιχεύουν και απατούν ο ένας τον άλλο», γράφει ο Ξενοφάνης και ο Ηράκλειτος συμπληρώνει: «Στον Όμηρο αξίζει ν’ αποβληθεί από τους ποιητικούς αγώνες και να ραπιστεί» για αυτόν τον λόγο.

***

♦ Η θεοκρατία για τους Έλληνες είναι πηγή τυραννίας και δεισιδαιμονίας, πρέπει να καταστραφεί και να αντικατασταθεί με κοσμικό κράτος:

«Έτσι, λοιπόν, κατά τα αρχαία χρόνια, υπάκουαν οι βασιλιάδες στους ιερείς, όχι αναγκασμένοι από όπλα ή βία αλλά από αυτήν ακριβώς τη δεισιδαιμονία που επικρατούσε στους λογισμούς τους.

»Κατά τη βασιλεία όμως του δεύτερου Πτολεμαίου, ο βασιλιάς των Αιθιόπων, Εργαμένης, έχοντας λάβει ελληνική αγωγή κι έχοντας σπουδάσει φιλοσοφία, πρώτος πήρε το θάρρος να περιφρονήσει το πρόσταγμα.

»Πήρε, λοιπόν, απόφαση αντάξια της βασιλείας και μπήκε με στρατιώτες στο άβατο, όπου βρισκόταν ο χρυσός των Αιθιόπων, έσφαξε όλους τους ιερείς και καταλύοντας τούτη τη συνήθεια κυβέρνησε σύμφωνα με τις δικές του αποφάσεις», αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης («Ιστορική Βιβλιοθήκη», Γ΄, 6. 3, 4,).

***

♦ Η δεισιδαιμονία και οι δεισιδαίμονες είναι εχθροί των ανθρώπων.

«…η δεισιδαιμονία (…) είναι αντίληψη που συνοδεύεται από πάθος, και κρίση που δημιουργεί δέος το οποίο ταπεινώνει και συντρίβει εντελώς τον άνθρωπο, ο οποίος πιστεύει πως υπάρχουν μεν θεοί αλλά πως αυτοί προκαλούν λύπη και βλάβη» (Πλούταρχος, «Περί Δεισιδαιμονίας», 165B).

«Είναι καθήκον σου να θεωρείς εχθρό τον βάσκανο άνθρωπο και να ακολουθείς τους σοφούς και όσους έχουν καλή ανατροφή», λέει ο Ευριπίδης σε ένα από τα αποσπάσματά του.

♦ Αλλά και η αθεΐα είναι εξίσου ψευδής με τη δεισιδαιμονία:

«Η αθεΐα είναι λόγος που αποδείχτηκε ψευδής, ενώ η δεισιδαιμονία πάθος που προέρχεται από ψευδή λόγο» (Πλούταρχος, «Περί Δεισιδαιμονίας», 165C).

♦ Όλους αυτούς τους εκμεταλλεύονται οι μάγοι, οι αστρολόγοι, στις ημέρες μας και οι συνωμοσιολόγοι, όλοι αυτοί δηλαδή οι τυχοδιώκτες ή ανισόρροποι άνθρωποι, που διαδίδουν παράλογες φήμες εκμεταλλευόμενοι τα απλοϊκά άκριτα μυαλά, τους φόβους και την αγωνία της κοινωνίας.

Οι δεισιδαίμονες «…ξοδεύουν (τον εαυτό τους) και τον αναστατώνουν, πέφτοντας στα χέρια αγυρτών και μάγων…» (Πλούταρχος, «Περί Δεισιδαιμονίας», 166Α).

Όποιος βουλιάζει στον βούρλο της δεισιδαιμονίας, καθοδηγείται από τσαρλατάνους, συνωμοσιολόγους κλπ, καταντά φοβισμένος και φανατικός, ψεκασμένος θα λέγαμε σήμερα.

Ο φανατισμός είναι πάθος, είναι ψυχική διαστροφή και για αυτό πρέπει να αποφεύγεται:

«Οποιαδήποτε ψευδής αντίληψη… (…) αν μάλιστα δημιουργείται και πάθος, είναι πράγμα κάκιστο.

»Κάθε πάθος άλλωστε μοιάζει με νοσηρή απάτη. (…) …έτσι και οι ψυχικές διαστροφές που συνοδεύονται από πάθος είναι ακόμα πιο άσχημες» (Πλούταρχος, «Περί Δεισιδαιμονίας», 164E-F).

***

♦ Οι Έλληνες υποστήριζαν ότι η ψυχή είναι άφθαρτη, κάτι που το δίδασκαν στα μυστήρια:

«…η πάτρια παράδοση όσο και τα μυστικά σύμβολα της οργιαστικής λατρείας του Διονύσου, που καταλαβαίνουμε μεταξύ μας όσοι συμμετέχουμε σε αυτή. Εφόσον, όπως δεχόμαστε, η ψυχή είναι άφθαρτη…» (Πλούταρχος, Παραμυθητικός προς τη γυναίκα, 611E).

♦ Δεν ξαφνιάζεται κανείς ότι θεωρούσαν την ανατροπή της τυραννίας πράξη δοξασμένη:

«…το να επαναστατήσει κανείς εναντίον φαύλου ανθρώπου, που με τη θρασύτητα και την πανουργία του έχει υποτάξει την πόλη, ανατρέποντας και ταπεινώνοντάς τον, κάνει την είσοδο στην πολιτική ζωή λαμπρή…» (Πλούταρχος, «Πολιτικά Παραγγέλματα», 805D).

«Δημοκρατία κρεῖττον τυραννίδος» δίδαξε ο Περίανδρος ο Κορίνθιος, ο οποίος να σημειωθεί ήταν και ο ίδιος τύραννος.

Μυστήρια:

♦ Επειδή προηγουμένως παρατέθηκαν αποσπάσματα που αναφέρονται στα μυστήρια, θεωρώ ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το πρώτο, ότι, «….αφού ξεχωρίσουν από το κοπάδι τους καλύτερους, τους σημαδεύουν και τους κρίνουν άξιους να τύχουν ιδιαίτερης και ξεχωριστής παιδείας και αγωγής, φέρνοντας τους στον σωστό δρόμο όχι με ηνία και καμτσίκια, αλλά με τη λογική μέσω συμβόλων, για τα οποία οι πολλοί του κοπαδιού δεν έχουν ιδέα…», δίχως να υποτιμώ ότι και η διαδικασία περί αφθαρσίας της ψυχής ήταν γνώση για τους μυημένους, πρέπει να πούμε πολύ σοβαρά ότι επί χιλιετίες τίποτα δεν διέρρευσε -πέρα από εκείνα που ήθελαν- επειδή οι πρόγονοί μας αντιμετώπιζαν -σε αντίθεση με εμάς τους σύγχρονους απογόνους τους- πολύ σοβαρά το απόρρητο και την εχεμύθεια.

Ο Περίανδρος ο Κορίνθιος απαιτούσε «Λόγων ἀπορρήτων ἐκφορὰν μὴ ποιοῦ». Το έφτιαξε και σε διαταγή: «Μυστήριον κρύπτε».

«Άρρητα μη λέγε», συμφωνούσε κι ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος.

Γιατί όλη αυτή η μυστικοπάθεια;

Αν αφορούσε τα μυστικά του κράτους κατανοητή.

Τα μυστήρια γιατί τα κρατούσαν απόρρητα; Έχουμε ιδέα; Έχουμε.

Για την ακρίβεια έχουμε σαφέστατη παραδοχή ότι απόρρητη επιστημονική γνώση μεταφερόταν μεταξύ λίγων και εκλεκτών λόγω του φόβου του ιερατείου ή του αγράμματου -«ψεκασμένου» θα λέγαμε σήμερα- όχλου.

Αναφερόμενος ο Πλούταρχος στη μελέτη των σεληνιακών εκλείψεων, στον βίο του Νικία (23, 4-5), αναφέρει:

«Ο πρώτος που έγραψε με μεγαλύτερη σαφήνεια και θάρρος απ’ όλους για την ακτινοβολία και τη σκιά της σελήνης, ο Αναξαγόρας, δεν ήταν παλιός κι η θεωρία του δεν ήταν πασίγνωστη αλλά απόρρητη ακόμα και μεταδιδόταν σε λίγους προσεκτικά και εμπιστευτικά. Γιατί (ο όχλος και το ιερατείο) δεν ανέχονταν τους φυσικούς φιλοσόφους… (…)

»Γι’ αυτό κι ο Πρωταγόρας εξορίστηκε και τον Αναξαγόρα που φυλακίστηκε έσωσε ο Περικλής με δυσκολία…».

Και έχουμε κι άλλη παραδοχή, πιο «λάιτ», που λέει ότι αυτά που οι πολλοί τα νόμιζαν ως απλοϊκές αλήθειες, οι μυημένοι τα αντιμετώπιζαν συμβολικά κι αλληγορικά.

«…αποκαλούν τη Δήμητρα μητέρα γη. Μ’ αυτά συμφωνούν και τα δηλούμενα από τα Ορφικά ποιήματα και τα εισαγόμενα κατά τις τελετές, τα οποία δεν είναι θεμιτό να εξιστορηθούν λεπτομερώς στους αμύητους», γράφει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Γ΄, 62.7-9).

Πώς λοιπόν κατάφεραν οι Έλληνες φιλόσοφοι να συμφιλιωθούν με το ιερατείο και έπαψε να τους υποπτεύεται και να υποκινεί εναντίον τους τον όχλο;

Στον Πλάτωνα το οφείλουμε και στον τέκτονα θεό της φιλοσοφίας, που ο φιλόσοφος περιέγραψε, ότι η επιστήμη απαλλάχτηκε από την κατηγορία της αθεΐας.

«Αργότερα… (…) …το γεγονός ότι ο Πλάτων υπέταξε τις φυσικές ανάγκες στις θείες και ανώτερες αρχές διέλυσε τη συκοφαντία για αυτές τις θεωρίες κι άνοιξε σε όλους τον δρόμο για αυτές τις γνώσεις», αποκαλύπτει ο Πλούταρχος (Νικίας, 23, 4-5).

Και πάνω σε αυτό, ο Βίας ο Πριηνεύς θα συμβουλέψει με νόημα: «Περὶ θεῶν λέγε, ὡς εἰσὶ θεοί» – «Για τους θεούς να λες ότι υπάρχουν».

Νομίζω ότι καταλάβατε τι έκανε ο Πλάτων: Σε ένα κοσμικό οικοδόμημα έθεσε στην κορυφή το Μάτι του Θεού και έτσι αφόπλισε τους εχθρούς της προόδου.

Είναι εξαιρετικά ευφυές.

Είπε τα ίδια, που είχαν πει άλλοι χωρίς να συμπεριλάβουν τον θεό και τους δίωκαν ως άθεους, τοποθετώντας στην κορυφή τον θεό και έτσι δεν τον ενόχλησε κανείς.

Και βεβαίως ο θεός της φιλοσοφίας δεν είναι ένας θεός παρεμβατικός, θαυματουργός ή τιμωρός, καμία σχέση, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι και σαν να μην υπάρχει, αλλά επειδή ακριβώς υπάρχει, το πρόβλημα έληξε.

Και για αυτό λέγεται ότι μόνο οι πλατωνικοί έχουν τη γνώση και το χάρισμα λόγω της γνώσης τους να στήνουν σοβαρά συστήματα.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την πλατωνική αδελφότητα του Μυστρά, με ηγέτες τον Πλήθωνα και τον Βησσαρίωνα, και πόσο μακριά έφτασε αυτή η οργάνωση.

Επιστροφή στην αρχαιότητα, ανεξάρτητα από τη σταδιακή απελευθέρωση της επιστήμης, τα μυστήρια συνέχισαν να αποτελούν αναντικατάστατες σχολές ηγεσίας για την αταξική ελίτ του πνεύματος.

Από που το γνωρίζουμε; Από το ακόλουθο απόσπασμα:

«…περιγράφουν τις Μούσες παρθένες, επειδή οι αρετές που προκύπτουν από την παιδεία είναι αδιάφθορες.

»Τις ονόμασαν Μούσες επειδή “μυούν” τους ανθρώπους, που σημαίνει τους διδάσκουν τα καλά και συμφέροντα που οι αγνοούν οι απαίδευτοι», υποστηρίζει ο Διόδωρος Σικελιώτης (Δ’, 7. 3-4).

Αρκετά όμως νομίζω ότι είπαμε για τα μυστήρια, ας επιστρέψουμε στο αξιακό σύστημα:

ΟΧΙ ΣΤΗ ΒΙΑ

♦ Το πολύ γνωστό «ὅ σύ μισεῖς, ἑτέρῳ μή ποιήσῃς», είναι ένα Δελφικό Παράγγελμα που αποδίδεται στον Κλεόβουλο τον Ρόδιο, 6ος αιώνας π.Χ., έναν από τους 7 σοφούς της Αρχαίας Ελλάδος, στον οποίο αποδίδεται και το «μέτρον άριστον»

Ο ίδιος επίσης δίδαξε, «βία μηδέν πράττειν».

Με αυτό συμφωνεί και ο Πλάτων: «Βιάζεσθαι ουχ όσιον».

Ο Πιττακός, επίσης απορρίπτοντας τη βία, έγραψε: «Τας νίκας άνευ αίματος ποιείσθαι», δηλαδή «Να νικάς αναίμακτα».

Γι’ αυτό η επίτευξη της ειρήνης είναι πράξη ελληνικώτατη:

«Ο έρωτας για την ειρήνη είναι βέβαια πραγματικά θεϊκός κι η προσπάθεια για την κατάλυση του πολέμου πράξη ελληνικότατη» (Σύγκρισης Νικίου και Κράσσου, (35,7).

ΤΙΜΗ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ

♦ Ο Πιττακός ο Μυτιληναίος, δίδασκε την τιμή στην εργασία και την απόρριψη της αργίας, δηλαδή της αεργίας.

«Ανιαρόν αργία», έλεγε αλλά και «Ἀργὸς μὴ ἴσθι» ακόμα κι αν είσαι πλούσιος «μηδ’ αν πλουτής».

[Ακόμα κι εάν είσαι πλούσιος να μην κάθεσαι…]

Ο Σόλων ο Αθηναίος είπε το πασίγνωστο: «Αργία μήτηρ πάσης κακίας».

Και Ξενοφών ότι, «το μεν εργάζεσθαι αγαθόν το δε αργείν κακόν».

♦ Σε αυτό το σημείο, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι στον Πιττακό οφείλουμε το «γνώθι σαυτόν», το «μηδὲν ἄγαν» (που αποδίδεται και στον Σόλωνα) και βεβαίως το πολύ σημαντικό, οι τέκτονες το τηρούν ιδιαιτέρως, «Νόμοις πείθου».

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

♦ Τώρα θα μου επιτρέψετε να πάω σε ένα πονεμένο θέμα. Πολλοί έχω παρατηρήσει ότι ταλανίζονται να κατέλθουν στο βάθος της συνείδησεώς τους, νομίζοντας ότι είναι κάτι σε… ανατολίτικο διαλογισμό, δηλαδή σε απομάκρυνση κάθε σκέψης και εξωτερικών ερεθισμάτων.

Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουμε ότι ο Ελευθεροτεκτονισμός δεν είναι Σαολίν. Ούτε Ησυχαστές.

Και να διαβεβαιώσουμε ότι οι Έλληνες δεν άδειαζαν τα κεφάλια τους, μόνο τα γέμιζαν.

Για αυτό και στην ελληνική γλώσσα διαλογισμός σημαίνει: «σκέπτομαι, στοχάζομαι, συλλογίζομαι».

Δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που εννοούν οι ανατολίτες και οι οπαδοί τους.

«Ένδον σκάπτε», είπε ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, δηλαδή να καλλιεργείς τον εαυτό σου.

Απλά πράγματα, μην τα κάνουμε δαιδαλώδη…

♦ Επίσης, άλλο θέμα τώρα, θεωρείται αξιοπρεπές οι ομιλητές να στέκονται σε τάξη.

Τουλάχιστον έτσι τους θέλει ο Σπαρτιάτης Χίλων:

«Λέγοντα μη κινείν την χείραν, μανικόν γαρ», δηλαδή «Όταν μιλάς να μην χειρονομείς, γιατί αυτό είναι δείγμα τρέλας».

♦ Και να μην ξεχάσουμε να πούμε ότι η άριστη αγάπη μεταξύ ανδρών, φίλων και εταίρων, είναι η λεγόμενη «φιλία της Αρετής», όπως την έχει ορίσει ο Αριστοτέλης και σας προτρέπω να μελετήσετε τα είδη της φιλίας, σύμφωνα προς τον Αριστοτέλη, γιατί θα σας λυθούν πάρα πολλές απορίες για τους ανθρώπους.

***

Κάπου εδώ πλησιάζει η ώρα που πρέπει να βάλω μία άνω τελεία.

Θεωρώ ότι δείχθηκε επαρκώς ότι ο ελληνισμός είναι ο αξιακός πυλώνας του Ελευθεροτεκτονισμού.

Και όπως θα συμφωνήσουν οι γνωρίζοντες, στάθηκα μόνο στα βασικά του Ελευθεροτεκτονισμού.

Να είστε απολύτως βέβαιοι ότι ο ελληνισμός βιβλιογραφεί πλήρως τον Ελευθεροτεκτονισμό.

***

Βεβαίως φίλοι μου πρέπει να ξέρετε ότι όλη η παρουσίαση που σας έκανα, στην πραγματικότητα είναι περιττή.

Διότι η ιδεολογική ελληνικότητα του συστήματος αποδεικνύεται από το γεγονός και μόνο ότι είναι ταγμένο στον ορθό λόγο.

Όπου, ορθός λόγος = Ελλάδα.

Μόνο Ελλάδα. Κανένας άλλος πολιτισμός.

Ωστόσο, αν κι ο ορθός λόγος είναι συγκεκριμένος και η σημασία του σαφής από τους Έλληνες, έχω ακούσει από ανθρώπους εξωφρενικές σημασίες, ερμηνείες, θεωρίες, … που εάν τις τολμούσαν να τις πουν μεταξύ φιλολόγων και καθηγητών φιλοσοφικής, θα είχαν εκδιωχθεί βάναυσα, ως εντελώς ανεπίδεκτοι μαθήσεως.

Είναι γεγονός ότι πολλοί μπερδεύονται διότι η λέξη λόγος στα ελληνικά έχει πολλές σημασίες.

Το Βικιλεξικό -το επικαλούμαι γιατί μπορείτε τώρα αμέσως να το διαπιστώσετε με μία αναζήτηση- παραθέτει από δέκα έως και 18.

Άρα, ο Λόγος του Ιωάννη με τον ορθό λόγο των Ελλήνων, τον λόγο ως προφορική ομιλία και τον λόγο ως υπόσχεση, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν πριν ολοκληρώσω, να παραθέσω τι είπαν για τον ορθό λόγο οι Έλληνες.

***

Ο ορθός λόγος δεν είναι ο ορθολογισμός όπως τον αντιλήφθηκαν οι δυτικοί.

Ο ορθός λόγος έχει οριστεί ως «η άριστη και θεϊκότατη δύναμη που βρίσκεται μέσα μας, που την εννοούμε ως ορθότητα του λόγου, φυσική τελειότητα της λογικής και διάθεση αρμονική με την ψυχή», γράφει ο Πλούταρχος στο «Πώς δει τον νέον ποιημάτων ακούειν»:

«ευθύς οιέσθω λέγεσθαι ταύτα περί της αρίστης και θειοτάτης έξεως εν ημίν, ην ορθότητα λόγου και ακρότητα λογικής φύσεως και διάθεσιν ομολογουμένην ψυχής νοούμεν» [24 Ε].

Προσοχή τώρα σε στην ακόλουθη παγίδα.

Συνέβαινε στην αρχαία Ελλάδα, την πατάνε και σήμερα πολλοί.

Μην σας πω οι περισσότεροι:

«…διότι ορισμένοι τυφλώθηκαν εντελώς και γλίστρησαν προς τη δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι, αποφεύγοντας το βούρκο της δεισιδαιμονίας, έπεσαν, χωρίς να το καταλάβουν, στο γκρεμό της αθεΐας.

»Γι’ αυτό πρέπει για τα θέματα τούτα κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον λόγο ως μυσταγωγό και να σκεπτόμαστε με ευλάβεια κάθε τι απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος…» [Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A].

«Διό δει μάλιστα προς ταύτα λόγον εκ φιλοσοφίας μυσταγωγόν αναλαβόντας οσίως διανοείσθαι των λεγομένων και δρωμένον έκαστον…».

Και με αυτό κλείνω, η Μαρία Τζάνη έχει γράψει σχετικά, στο «Ιδεολογικό μήνυμα του Ελληνισμού στην αγωγή του ανθρώπου», το ίδιο ακριβώς, κατά τη γνώμη μου διατυπωμένο εξαιρετικά κατανοητά:

«Λογαριάζοντας τους εαυτούς μας δημιουργούς της μοίρας μας και αρνούμενοι να χρησιμοποιήσουμε ως εργαλείο ανάλυσης και μέσο κατανόησης τη μεταφυσική ομφαλοσκοπία ή τον μονοδιάστατο διαστρεβλωτικό υλισμό».

Στ.Μ

32ος

Προηγούμενο άρθροRosarium Philosophorum
Επόμενο άρθροHomo reciprocans (ανταποδίδων άνθρωπος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ