Τεκτονισμός και Επαναστάσεις

«Τον Φεβρουάριον μήναν τω 1821 έτος, το πρώτον Σάββατον της αγίας μεγάλης τεσσαρακοστής του αγίου Θεοδώρου, λαμβάνω επιστολήν από Κισνόβιν παρά του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, ο οποίος μοί έγραφεν ούτως: Αδελφέ Σταμάτη Κουμπάρη! Είναι καιρός. Ήλθεν η ώρα όπου θα αποφασισθή η τύχη της πατρίδος μας και των αδελφών μας. Εγώ με τους αδελφούς μου και με τον κνιάζ (=πρίγκηπα) Καντακουζηνόν αφίνομεν την γην της Ρωσσίας και απερνούμεν εις Ιάσιον. Εκεί προετοίμασα τα πάντα και υψώνω εις Ιάσιον την Σημαίαν της ελευθερίας της πατρίδος μας, και αρχίζει ο αγώνας περί της ελευθερίας μας και των αδελφών μας. Λοιπόν ειδοποίησε τούς αυτού αδερφούς μας να τρέξωμεν εις το στάδιον του αγώνος, ενθυμούμενοι τον όρκον, όπου έδώσαν δια την Πατρίδαν των και αδελφών των. Εις Ιάσιον προσμένω και εσέ τον ίδιον».

Tις ημέρες εκείνες παρόμοιες επιστολές έφταναν σε σημαντικούς φιλικούς τόσο στην κυρίως Ελλάδα όσο και στις ελληνικές παροικίες που ήσαν διάσπαρτες μέσα και έξω από την οθωμανική επικράτεια. Η επανάσταση του Γένους για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού ήταν πια ζήτημα ολίγων ημερών. Η Φιλική Εταιρεία, επί επτά συνεχή έτη μετά την ίδρυσή της το 1814 από τους, Τσακάλωφ, Σκουφά, και Ξάνθο, και κάτω από την ηγεσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, είχε προετοιμάσει το έδαφος για τον αγώνα. Στους κόλπους της είχαν μυηθεί έμποροι, πρόκριτοι, ιερείς, αρματολοί, καπεταναίοι, καραβοκύρηδες, διανοούμενοι, και γενικά όλοι εκείνοι που μπορούσαν να συνεισφέρουν στον αγώνα. Οι δραστηριότητές της απλώνονταν στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Οδησσό, τη Μόσχα, τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, τα Ιόνια νησιά, και φυσικά την κυρίως Ελλάδα με επίκεντρο την Πελοπόννησο. Η προσπάθεια της Φιλικής Εταιρείας για τον συντονισμό της εξέγερσης των Ελλήνων ήταν μεγάλη και επιτυχής. Δεν ήταν όμως η πρώτη.

Στα χρόνια που πέρασαν από το 1770 έως το 1814 εταιρείες παρόμοιας φύσεως ξεφύτρωναν από τους Έλληνες της διασποράς σε διάφορα σημεία της Ευρώπης, αναδεικνύοντας την τάση ευρύτερης δικτύωσης των Ελλήνων, φαινόμενο που έγινε γνωστό στην ιστορία ως εταιρισμός. Οι πιο γνωστές ήταν η μυστική εταιρεία που ιδρύθηκε στη Ρωσία επί Μεγάλης Αικατερίνης (1762-1796) από τον στρατηγό Πέτρο Μελισσηνό, η λέσχη «Αλέξανδρος» της Τρανσυλβανίας που ιδρύθηκε από τον οσποδάρο της Βλαχίας Αλέξανδρο Μουρούζη το 1777, η λέσχη «Φοίνιξ» στη Μόσχα που ιδρύθηκε το 1787 από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον επονομαζόμενο από τους Τούρκους φυραρή («φυγάδα»), η «Εταιρεία των Φίλων» στο Βουκουρέστι η οποία συστήθηκε την δεκαετία του 1780 και στην οποία μετείχε και ο Ρήγας Φεραίος, όπως και η «Ελληνική Εταιρεία» και το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» που συστήθηκαν στο Παρίσι το 1809, από τον Τσακάλωφ η πρώτη και από τους Σουαζέλ-Γκουφιέ, Ζαλύκη, Ομηρίδη-Σκυλίτση, Χατζημόσχο, Νικολόπουλο και Τσακάλωφ το δεύτερο. Την ίδια εποχή εμφανίζεται στη Βιέννη η «Εταιρεία των 5» ή «της Σιωπής των Ελλήνων» που θεωρείται αδελφή της ιταλικής εταιρείας των «Καρβονάρων» (Καρμπονάρων) στην οποία μετέχει και ο εν Ιταλία ευρισκόμενος ποιητής Ανδρέας Κάλβος. Στη συνέχεια το 1812 ιδρύεται στο Παρίσι η εταιρεία «Αθηνά» ενώ κατά την περίοδο 1813-1815 ιδρύεται η «Φιλόμουσος Εταιρεία» αρχικά στην Αθήνα, μετά στην Βιέννη και μετά τη διάλυσή της εκεί από τον Μέττερνιχ, στο Μόναχο. Η Φιλόμουσος Εταιρεία πολλά οφείλει στις δραστηριότητες του Ιωάννη Καποδίστρια που βρίσκεται γι΄αυτό τον σκοπό σε επαφή με μία ιδιαίτερα σημαντική επτανησιακή προσωπικότητα, τον Διόνύσιο Ρώμα. Τέλος στην Κωνσταντινούπολη ιδρύεται από τον Ηλία Χρυσοσπάθη η «Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων» (dei buoni cugini) που συνυπάρχει για μικρό χρονικό διάστημα με την Φιλική Εταιρεία πριν να απορροφηθεί τελικά από αυτήν.

Όλες οι προσπάθειες για τη δημιουργία εταιρειών με σκοπό την προώθηση των δικαίων του υπόδουλου Ελληνισμού και την προετοιμασία της εξεγέρσεώς του παρουσιάζουν μία κοινή ιδιομορφία. Οι κινητήριοι μοχλοί, οι άνθρωποι που συνέλαβαν την ιδέα της ιδρύσεως και εξαπλώσεώς τους, στην μεγάλη τους πλειονότητα, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό, ήταν τέκτονες (ελευθεροτέκτονες ή μασώνοι).

Η τεκμηρίωση της τεκτονικής τους ιδιότητας στηρίζεται κυρίως σε πρακτικά των μασωνικών «στοών» της εποχής από τα οποία μαθαίνουμε για τον πρωταρχικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Κεφαλονίτης στρατηγός Πέτρος Μελισσηνός (1724-1797) στη διάδοση του τεκτονισμού στη Ρωσσία, για τη μύηση του Αλέξανδρου Μουρούζη στη στοά «Εστεμμένη Άγκυρα» της πόλεως Hermannstadt το 1776, για την μύηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη στοά «Παλαιστίνη» της Πετρουπόλεως το 1810, την ανύψωσή του στο βαθμό του διδασκάλου το 1816, την υιοθεσία του από τη στοά «Τρεις Αρετές» την περίοδο 1816-1819, για την μύηση του αδελφού του Νικολάου στη στοά «Φίλοι του Βορρά» της Πετρουπόλεως, τη μύηση του Ξάνθου στη στοά «Ένωση (Union) της Αγίας Μαύρας» στην Λευκάδα το 1813, την εκλογή του Διονυσίου Ρώμα ως σεβάσμιου της στοάς της Κέρκυρας «Αγαθοεργία και Φιλογένεια Ενωμένες» (Beneficenza et Filogenia Riunite) το 1815, και για τις επισκέψεις του Ιωάννη Καποδίστρια στη στοά Modestie της Ζυρίχης, κατά την την περίοδο της διαμονής του στην Ελβετία (1822-1827).

Τέκτονες δεν ήσαν μόνο οι ιδρυτές και συντονιστές των μυστικών εταιρειών αλλά και ορισμένοι από τους μετέπειτα γνωστούς ηγέτες και οπλαρχηγούς του αγώνα. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ήταν τέκτων της μοναδικής εν Ελλάδι στοάς το 1820, της «Amici Riuniti della Scuola de Pitagora» («Ηνωμένοι Φίλοι της Σχολής του Πυθαγόρα») που βρισκόταν στην Πάτρα και λειτουργούσε υπό την αιγίδα της Μεγάλης Ανατολής της Γαλλίας. Τέκτων ήταν επίσης και ο κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό «απατεών και εξωλέστατος» Παπαφλέσσας. Εξάλλου τόσο o Κολοκοτρώνης και οι γιοί του, όσο και ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς αλλά και άλλοι αγωνιστές, που είχαν καταφύγει στα Ιόνια νησιά πριν από την Επανάσταση, λέγεται από τεκτονικούς κύκλους – χωρίς όμως να έχει τεκμηριωθεί πλήρως – ότι μυήθηκαν στη στοά της Ζακύνθου «Fenice Risorta» («Αναγεννώμενος Φοίνιξ»), την γνωστή μεταγενέστερα ως «Étoile» («Αστήρ») και στη συνέχεια μετονομασθείσα σε «Star of the East 880» («Αστέρα της Ανατολής»), ονομασίες που αντανακλούσαν την εναλλασόμενη ενετική, γαλλική, και αγγλική διοίκηση της νήσου αντίστοιχα. Επίσης τέκτων ήταν και ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός.

Επιπλέον τέκτονες ήταν και πολλοί Φιλέλληνες, μεταξύ των οποίων ο Λόρδος Βύρων, ο Φαβιέρος, ο Σανταρόζα, ο Σατωβριάνδος, ο ναύαρχος Κόδριγκτων, αλλά και άλλοι λιγότερο γνωστοί όπως οι 70 τέκτονες που πέσανε στα Ψαρά σύμφωνα με τα πρακτικά της Παρισινής στοάς «των Τρινοσόφων», της 30ης Ιουνίου 1824, που αναφέρονται στην απότιση φόρου τιμής «σ΄ αυτούς τους μαχητές τέκτονες που έπεσαν στον αγώνα για την Λευτεριά των Ελλήνων».

Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η τεκτονική ιδιότητα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη βαθύτερη κατανόηση των σκοπών, της οργανώσεως, και του τρόπου δράσεως της Φιλικής Εταιρείας. Χαρακτηριστικό ίσως είναι το γεγονός που αναφέρει ο Νικόλαος Υψηλάντης στα απομνημονεύματά του, κατά τον οποίο η μύηση του Πρίγκηπος Καντακουζηνού στην Φιλική Εταιρεία κρίθηκε σκόπιμο να γίνει μετά την μύησή του στον τεκτονισμό, πράγμα που διευκόλυνε την κατήχησή του. Πράγματι το τυπικό της Φιλικής Εταιρείας, η εσωτερική ιεραρχία της σε αρχικά τρεις και μετέπειτα επτά βαθμούς (βλάμηδες ή αδελφοποιητοί, συστημένοι, ιερείς, ποιμένες, αρχιποιμένες, αφιερωμένοι και αρχηγοί αφιερωμένων), η μετέπειτα εισαγωγή του βαθμού του μεγάλου ιερέως των Ελευσινίων που απενέμετο σε αυτούς που αποτελούσαν την Ανωτάτη Αρχή, η ταύτιση της Φιλικής Εταιρείας με ναό, ο όρκος κατά τη μύηση με μόνο μάρτυρα το «κίτρινον κηρίον», τα σύμβολα, οι χειραψίες, τα σημεία αναγνωρίσεως, οι συνθηματικές λέξεις, όλα αυτά έχουν προέλευση και σημασία τεκτονική. Η εγκαθίδρυση το 1826 της τεκτονικής στοάς των δύο φίλων «Δάμωνος και Φιντίου» στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα του επαναστατημένου κράτους, διαρκούσης ακόμη της Επαναστάσεως και η μακρά λίστα των τεκτόνων επάρχων και γραμματέων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους πείθει για την παρουσία που είχε ο τεκτονισμός, κατά την περίοδο που μεσολάβησε από τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για εξέγερση και την προετοιμασία της επαναστάσεως, μέχρι και την δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Η επίδραση όμως του τεκτονισμού στη διαμόρφωση της δυναμικής που οδήγησε στην Ελληνική Επανάσταση δεν είναι φαινόμενο ιδιόμορφο στην ιστορία. Αντίθετα είναι χαρακτηριστικό επακόλουθο της ενδογενούς σχέσεως του τεκτονισμού της εποχής με δυναμικά κοινωνικά φαινόμενα μεγάλης εκτάσεως και μεγάλου βάθους όπως αυτά των επαναστάσεων. Τον καταλυτικό ρόλο των τεκτόνων συναντάμε σε μια σειρά εθνικο-απελευθερωτικών και κοινωνικών αγώνων. Στην Αμερικανική Επανάσταση του 1774 καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν τα μέλη της στοάς της Βοστώνης, ενώ μεγάλα της ονόματα όπως ο Βενιαμίν Φρανκλίνος, ο Γεώργιος Ουάσινγκτον, ο Πωλ Ρηβέρ, και ο Γάλλος στρατηγός Λαφαγιέτ, είναι όλοι τέκτονες. Εξάλλου, πριν από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, η Παρισινή στοά «Οι Εννέα Αδελφές» (Les neuf Soeurs), που ιδρύθηκε το 1769, αποτελεί πόλο έλξεως όλων των διανοούμενων της εποχής, τόσο των εγκυκλοπαιδιστών, όσο και της παλαιάς τάξης πραγμάτων, με κορυφαία μέλη τούς Diderot (Ντιντερό), Helvetius (Ελβέτιους), Lalande (Λαλάντ), Montesquie (Μοντεσκιέ), D’Alembert (Νταλαμπέρ), Condorset (Κοντορσέ), Bailly (Μπεϊγύ), Lacépède (Λασεπέντ), Joseph de Maistre (Ζοζέφ ντε Μαίστρ), Ταλλευράνδο και Βολταίρο, ενώ πρωτεύοντα ρόλο κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως και μετά διαδραματίζουν οι Guillotin (Γκιγιοτέν, εφευρέτης της λαιμητόμου ή γκιλοτίνας), Danton (Νταντόν), Marat (Μαρά), Mirabeau (Μιραμπό), και Ροβεσπιέρος, μέχρι της αναλήψως της εξουσίας από το «τέκνο της Επανάστασης», τον επίσης τέκτονα Ναπολέοντα Βοναπάρτη, του οποίου ο αδελφός Ιωσήφ Βοναπάρτης είναι ο Μέγας Διδάσκαλος της Μεγάλης Ανατολής της Γαλλίας. Εξάλλου όλα τα μεγάλα ονόματα της αυτοκρατορίας του Ναπολέονος, μεταξύ των οποίων και πολλοί στρατηγοί του όπως οι Augereau (Ωζερό), Lefebvre (Λεφέμπρ), Sérurier (Σερυριέ), Mortier (Μορτιέ), Masséna (Μασσενά), Soult (Σουλτ), Ney (Νεϋ), Kellermann (Κέλλερμαν), είναι μέλη μιας εκ των δύο γαλλικών τεκτονικών οργανώσεων (είτε της Μεγάλης Στοάς είτε της Μεγάλης Ανατολής).

Στην Λατινοαμερικανική Επανάσταση για την αποτίναξη της ισπανικής κυριαρχίας, που ξετυλίγεται την ίδια χρονική περίοδο με την Ελληνική Επανάσταση, τον συντονιστικό ρόλο επωμίζονται οι παρατεκτονικές στοές Lautaro (Logias Lautarinas) που ιδρύθηκαν γι΄ αυτόν τον λόγο από τους τέκτονες εθνικούς ήρωες της Νότιας Αμερικής, τον Βενεζουελάνο Francisco de Miranda (Φρανσίσκο ντε Μιράντα) και τον Αργεντινό José de San Martin (Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν). Μαζί με αυτούς κεντρική θέση στο πάνθεον των ηρώων της Νότιας Αμερικής κατέχει και ο επίσης τέκτονας Βενεζουελάνος Simón Bolivar (Σίμων Μπολιβάρ) ο αποκληθείς ελευθερωτής (el Libertador) ενώ οι τέκτονες Bernardo O’Higgins (Μπερνάρντο Ο΄Χίγγινς), Sucre (Σούκρε), Miguel Hidalgo (Μιγκέλ Ιντάλγο), Bernardino Rivadavia (Μπερναρντίνο Ριβαντάβια) και Manuel Belgrano (Μανουέλ Μπελγκράνο) είναι οι εθνικοί ήρωες της Χιλής, της Βολιβίας, του Μεξικού και (οι δύο τελευταίοι) της Αργεντινής αντίστοιχα. Ιδιαίτερα στο Μεξικό οι τέκτονες διακρίνονται σε όλες τις μετέπειτα κοινωνικές επαναστάσεις με προεξάρχουσα μορφή τον Benito Juarez (Μπενίτο Χουάρεζ), γνωστό για τους αγώνες του κατά του απολυταρχικού καθεστώτος του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού των Αψβούργων. Εξάλλου τέκτονες ήταν τόσο οι Καρμπονάροι («Ανθρακείς») οι οποίοι υποκίνησαν τις επαναστάσεις στο Πεδεμόντιο και την Νάπολη της Ιταλίας το 1820, όσο και οι μετέπειτα πρωτεργάτες της Ιταλικής Επαναστάσεως εναντίων των Αυστριακών και δημιουργοί της ενοποιήσεως της Ιταλίας (1870), οι γνωστοί Mazzini (Ματσίνι), Crispi (Κρίσπι), Cavour (Καβούρ) όπως και ο μετέπειτα Μέγας Διδάσκαλος της Ιταλικής Μεγάλης Στοάς Giussepe Garibaldi (Ιωσήφ Γαριβάλδης).

Τέκτονες ήταν επίσης οι ηγήτορες του κινήματος των Ρώσων Δεκεμβριστών του 1825, οι οποίοι δρούσαν μέσα στις τάξεις του τσαρικού στρατού οργανώνοντας πραξικόπημα με σκοπό την φιλελευθεροποίηση της Ρωσίας. Η επιστροφή των νικηφόρων ρωσικών στρατευμάτων το 1814, μετά την ήττα του Ναπολέοντος, συνοδεύτηκε από την συνειδητοποίηση στο σώμα των αξιωματικών ότι η υπεροχή των όπλων δεν απήλασσε την Ρωσία από την κατωτερότητά της, έναντι μιας ταχέως φιλελευθεροποιούμενης Ευρώπης. Αποτέλεσμα αυτής της επαφής τής στρατιωτικής αριστοκρατίας με τις φιλελεύθερες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης ήταν η ίδρυση μυστικών εταιρειών κατά τα τεκτονικά πρότυπα, με στόχο την βελτίωση του τσαρικού καθεστώτος. Ένας από τους μετέπειτα αρχηγούς των Δεκεμβριστών, ο νεαρός συνταγματάρχης Πάβελ Πέστελ, διεκήρυσσε ότι: «η εξουσία που στηρίζεται στα δικαιώματα του ανθρώπου, είναι η μόνη που συμβαδίζει με τη λογική». Ο Πέστελ υπήρξε ιδρυτικό μέλος της μυστικής εταιρείας «Ένωση της Σωτηρίας» η οποία από το 1817 οραματίζονταν την εγκαθίδρυση ενός συνταγματικού καθεστώτος και την κατάργηση της δουλοπαροικίας. Τον Ιανουάριο του 1821 η «Ένωση» αναδιατάχθηκε σε δύο ομίλους, την «Εταιρεία του Βορρά» με έδρα την Πετρούπολη, υπό τον συνταγματάρχη Νικήτα Μουράβιεφ και τον ποιητή Κόνραντ Ρυλέγιεφ, και την «Εταιρεία του Νότου», υπό τους συνταγματάρχες Πάβελ Πέστελ (στο Κίεβο), Σέργιο Μουράβιεφ-Αποστόλ (στο Τσερνικώφ), τον στρατηγό Μιχαήλ Ορλώφ (στο Κισινιώφ) αλλά και με την ενεργό συμμετοχή του ποιητή Αλέξανδρου Πούσκιν, μέλους της στοάς του Κισινιώφ «Οβίδιος, αριθ.:25» (όλων φίλων του Αλέξανδρου Υψηλάντη). Οι Ρώσοι εταιριστές, οι οποίοι ήταν ένθερμοι υποστηρικτές της Φιλικής Εταιρείας και των σκοπών της, υποστήριζαν ένα πρόγραμμα αναδασμού υπό μορφή ενοικίασης των γαιών, που θα ανήκαν στο κράτος, αλλά και επίλυσης του προβλήματος των Εβραίων της Ρωσίας, τους οποίους θα μετέφεραν με την βοήθεια του κράτους στην Μικρά Ασία, όπου θα ίδρυαν δικό τους ανεξάρτητο κράτος. Εσχεδίαζαν να βαδίσουν κατά της Πετρούπολης το καλοκαίρι του 1826, αλλά ο αιφνίδιος θάνατος του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, στο τέλος Νοεμβρίου του 1825, τους ανάγκασε να επιταχύνουν την εκδήλωση του πραξικοπήματός τους το οποίο και επιχείρησαν κατά την τελετή της ορκομωσίας του νέου τσάρου Νικολάου Α΄, τον Δεκέμβριο του 1825, απ΄ όπου πήραν και την επωνυμία Δεκεμβριστές. Το κίνημα κατεπνίγη εν τη γενέσει του, και οι πέντε αρχηγοί των επαναστατών, μεταξύ των οποίων ο Κόνραντ Ρυλέγιεφ, ο Πάβελ Πέστελ, και ο Σέργιος Μουράβιεφ-Αποστόλ, απαγχονίσθηκαν, ενώ 121 αξιωματικοί που συμμετείχαν στην ανταρσία εξορίσθηκαν στην Σιβηρία., «σε αυτήν την χώρα από όπου δεν γυρίζει κανείς».

Στην πρόσφατη επαναστατική ιστορία της Ευρώπης, πολλοί πρωτεργάτες ανατρεπτικών θεωριών, όπως ο Καρλ Μαρξ αλλά και ο πατέρας του Αναρχισμού Πιερ Ζοζέφ Προυντόν, καθώς και πολλοί ηγήτορες των μετέπειτα Ρωσικών Επαναστάσεων του 1905 και του 1917, μεταξύ των οποίων ο Νικολάϊ Ίλιτς Ουλιάνωφ (Βλαδιμίρ Λένιν) και ο Αλέξανδρος Κερένσκι, επέρασαν από τον τεκτονισμό. Τέλος την ίδια ιδιότητα είχαν ο ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908)) Παύλος Μελάς και ο ηγέτης της Επανάστασης του Θερίσσου στην Κρήτη (1905) Ελευθέριος Βενιζέλος.

Η σύντομη ιστορική αναδρομή της εμπλοκής τεκτόνων στις προαναφερθείσες επαναστάσεις αναδεικνύει, μέσα από τη συγκριτική μελέτη του φαινομένου, την ιστορική σχέση μεταξύ του τεκτονισμού και των επαναστάσεων που ξέσπασαν κατά την περίοδο από το 1770 έως και το 1917. Η παράθεση των συγκριτικών στοιχείων καταδεικνύει επίσης ότι η συμμετοχή των τεκτόνων στην Ελληνική Επανάσταση δεν ήταν απλώς ένα περιστασιακό, τυχαίο, ή συμπτωματικό φαινόμενο, αλλά φαινόμενο με βαθύτερη σημασία, που για να εκτιμηθεί σωστά ως προς την βαρύτητά του, απαιτείται περαιτέρω μελέτη και διερεύνηση από τους σύγχρονους ιστορικούς.

Πάντως μια πρώτη έστω προσέγγιση για την κατανόηση της σχέσεως της Ελληνικής Επανάστασης με τον τεκτονισμό δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί χωρίς την προσέγγιση αυτού του αμφιλεγόμενου, ως προς τους σκοπούς και τους τρόπους δράσης, αποκρυφιστικού κοινωνικού φαινομένου, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως ένα ιδιόμορφο σύστημα ηθικής, επικαλυμμένο με τα πέπλα της αλληγορίας και τη χρήση μυστηριακών συμβόλων. Στόχοι του, σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις του, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, η αυτογνωσία του, η σχέση του με την κοινωνία και τη φύση, η εξοικείωση του με τον θάνατο, και η καλλιέργεια υπερβάσεώς του.

Σύμφωνα πάντα με τα διαθέσιμα στοιχεία που κατά καιρούς δημοσιεύονται από μελετητές του τεκτονισμού, η τεκτονική ιδεολογία χαρακτηρίζεται από μία δυναμική θεώρηση των πραγμάτων η οποία στοχεύει στην συνεχή βελτίωση των ανθρωπίνων όντων. Ο τεκτονισμός αναφέρεται στις πολλές εξελικτικές δυνατότητες που έχει ο άνθρωπος και πιστεύει στον αγώνα για την τελείωσή του, στην βαθμιαία μεταμόρφωση-μετασχηματισμό τού άμορφου, ακατέργαστου λίθου, σε λαξευμένο, τέλειο κύβο, δομική μονάδα απαραίτητη για το κτίσιμο του μεγάλου συμβολικού Τεκτονικού Ναού, του Ναού της Ανθρωπότητας, σύμφωνα με την λανθάνουσα εντελέχεια που υποκρύπτει το σχέδιο που έχει καταστρώσει μια υπέρτατη νόηση, ο Μεγάλος Αρχιτέκτονας του Σύμπαντος, το Υπέρτατο Ον της Γαλλικής Επαναστάσεως (με άλλα λόγια ο Θεός). Θεωρεί ως δρόμο μοναδικό για την επίτευξη μιας τελειότερης κοινωνίας την καλλιέργεια του ατόμου, μια καλλιέργεια που επιτυγχάνεται μέσα από αγώνες δύσκολους και μακρόχρονους, εσωτερικούς και εξωτερικούς, με στόχο την απόκτηση του μέτρου, την αίσθηση της αναλογίας, την γνώση του καλού και του κακού, την διάκριση του μικρού από το μεγάλο, την ανοχή στην ετερότητα, την σφυρηλάτηση του χαρακτήρα μπροστά στα δύσκολα προβλήματα, και την αντοχή να μάχεται χωρίς συμβιβασμούς γι΄ αυτό που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει την τελείωσή του, την αντοχή να μάχεται για την ελευθερία του. Ο θάνατος μικρή μόνο σημασία έχει μπροστά στο ιδανικό της ελευθερίας. Γιατί χωρίς αυτήν ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος μια και δεν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να υπερβεί τον εαυτό του.

Από αυτήν την άποψη ο τεκτονισμός εκείνης της εποχής, επικεντρωμένος στη διδασκαλία των ηθικών, ηρωϊκών, και υπερβατικών αρετών, έδρασε ως ένα υπόγειο ρεύμα με κοινωνικές αντικαθεστωτικές τάσεις και φιλελέυθερες-εθνικοαπελευθερωτικές αποχρώσεις. Ο ρόλος του συνδέθηκε ιστορικά με την επαναστατική νοοτροπία που χαρακτήριζε την Δυτική Ευρώπη και Αμερική, από το τέλος του 18ου αιώνα μέχρι και τις αρχές του 20ου, και με τη συσπείρωση στις τάξεις του πολλών από εκείνους που καλλιέργησαν και τελικά εξέφρασαν «εν τοις πράγμασι» τις ποκίλες ανατρεπτικές τάσεις έναντι της τότε καθεστηκυίας τάξεως των πραγμάτων.

Από την μελέτη πάντως των πηγών των ιστορικών επαναστάσεων, δεν προκύπτει η ύπαρξη ενός μεθοδευμένου και ενορχηστρωμένου διεθνούς «τεκτονικού σχεδίου», όπως ευρύτερα πιστεύεται σε κύκλους που αρέσκονται στην συνωμοσιολογική ερμηνεία της Ιστορίας. Οι τέκτονες δηλαδή που βρέθηκαν πίσω από τις επαναστάσεις δεν βρέθηκαν εκεί ως τέκτονες αλλά ως άνθρωποι επηρεασμένοι από των τεκτονικό κώδικα αξιών, αλλά και από τον αποκρυφιστικό-συνωμοτικό τρόπο δράσης τους («ένδον σκάπτε»), με τον οποίο σφυρηλατήθηκαν. Εξάλλου, όπως τεκμαίρεται από τις θέσεις τους αλλά και τις δραστηριότητές τους, είναι βέβαιο ότι οι Μεγάλες Στοές των διαφόρων χωρών, τα κεντρικά δηλαδή όργανα διοίκησης του τεκτονισμού στις χώρες που έχει εξαπλωθεί, είναι περιχαρακωμένες μέσα στα εθνικά και κοινωνικά πλάισια των χωρών τους τα οποία τις προσδίδουν και το κατά τόπους χρώμα τους.
Φυσικά, το κατά πόσον ο τεκτονισμός, ως κίνημα αποκρυφιστικό και μυστικιστικό, προσελκύει κατά βάσει ιδεολόγους, οι οποίοι ευκαιρίας δοθείσης κάνουν πράξη τις μεταφυσικές δοξασίες τους, συμβάλλοντας στην διαμόρφωση της κοινωνικής δυναμικής της εποχής τους, και κατά πόσο, ως κίνημα ανθρώπινης δικτύωσης και συνέλιξης, και άρα «ισχύος εν τη ενώσει», χειραγωγείται από άτομα ή ξένα προς αυτόν κινήματα με ιδιοτελείς σκοπούς, έτοιμα να καταχρασθούν την ιδεολογία του προς ίδιον όφελος κάτω από τον μανδύα της αδελφότητος, παραμένει ένα θέμα ανοικτό και έντονα αμφιλεγόμενο, ακόμη και επί των ημερών μας.

Πηγή: Χρίστος Γούδης , ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 2007

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here