Νίκος Καζαντζάκης και Τεκτονισμός

Ν. Καζαντζάκης, Ασκητική

Μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόσοφος και πολιτικός. Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τεράστιο σε όγκο, αλλά και σε ευρύτητα έργο.

Κέρδισε παγκόσμια φήμη μεταθανάτια από τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη τού μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» από τον Μιχάλη Κακογιάννη το 1964.

Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ο πιο μεταφρασμένος σύγχρονος έλληνας συγγραφέας.

Συνάμα, ο Καζαντζάκης, υπήρξε και εξακολουθεί να είναι «σημείον αντιλεγόμενο» όχι τόσο για τη λογοτεχνική του ικανότητα –αυτή έχει αναγνωρισθεί παγκοσμίως και ελάχιστα αμφισβητείται και από τους επικριτές του–, όσο για τις ιδέες που εκφράζει στα έργα του και μέσα από το σύνολο του έργου του. Είναι οι φιλοσοφικές του ιδέες, αυτές, που άλλους μαγνητίζουν και άλλους απωθούν. Αυτές οι ιδέες που τις βάζει στο στόμα των ηρώων του ο συγγραφέας με τόσο ζωηρό, πειστικό και παραστατικό τρόπο.

ΟΙ ΓΝΩΣΤΕΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Αφορμή για να ειπωθούν όσα επακολουθούν, στάθηκε το γεγονός ότι ενώ, ο Καζαντζάκης αναγνωρίζεται από τους μελετητές του ως «διανοούμενος που θεολογεί περισσότερο από όλους τους Έλληνες διανοουμένους» (Μ. Αυγέρης), «μοναδικός Έλληνας λογοτέχνης που έδωσε στο έργο του τόση θέση στο Θεό και το Χριστό που ούτε ο Παπαδιαμάντης δεν έδωσε» (Π. Χάρης), και «ο θρησκευτικότερος όλων των συγγραφέων» (Κ. Τσάτσος) για να αναφέρω μερικές μόνο γνώμες, ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί με τους επί μέρους φιλοσοφικούς και μεταφυσικούς προβληματισμούς του συγγραφέα, όπως: η ιδέα επικράτησης του κοινωνικού χριστιανισμού, το πρόβλημα συνύπαρξης καλού και κακού, η αλληλενέργεια Θεού και κόσμου, το πρόβλημα της θεοδικίας και άλλα.
Οι περισσότεροι ασχολήθηκαν κυρίως με τη χριστολογία του Καζαντζάκη, όπως αυτή εμφανίζεται στα μυθιστορήματά του, είτε για να την επικροτήσουν, είτε για να την επικρίνουν, αφού με αυτήν εξαιτίας των ακραίων θέσεών του, ασχολήθηκαν λαός και κλήρος μάλιστα μετά την ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε Ο τελευταίος πειρασμός, που στηρίχθηκε στο ομώνυμο βιβλίο του. Και ακόμα περισσότερο, λιγότεροι έκαναν τον κόπο να μπουν πιο βαθιά, και να αναζητήσουν τις ρίζες των θρησκευτικών ιδεών που αντανακλώνται στα έργα του. Βέβαια, η θρησκευτική εικονοκλασία του, ο αντικληρισμός, ο αντιδογματισμός, ή η μετά–χριστιανικότητα του Καζαντζάκη όπως την χαρακτήρισαν μερικοί, έχουν ήδη επισημανθεί και δεν είναι ανάγκη να τα θίξουμε εδώ ιδιαίτερα.
Ξένοι μελετητές μπορώ να πω όπως ο Peter Bien, και πιο πρόσφατα το βιβλίο των Darren J.N. Middleton και P. Bien, God’ s stuggler: Religion in the Writtings of Nikos Kazantzakis (Mercer University Press 1966) έχουν να πουν ίσως περισσότερα αφ’ ενός μεν για τη θρησκευτικότητα του Καζαντζάκη και τη «θεολογία της πάλης» όσο και το θρησκευτικό αντικομφορμισμό και τη «μεταφυσική της ανταρσίας» όπως χαρακτηρίζουν τη σκέψη του.
Ωστόσο, οι μέχρι τούδε μελέτες γενικά είναι ανεπαρκείς, γιατί δεν εξηγούν από πού αντλεί ο Καζαντζάκης ένα μεγάλο μέρος των ετερόκλητων και ενίοτε αντιφατικών και προκλητικών ιδεών του. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να ισχυρισθεί ότι είναι καθαρά Καζαντζακικής προέλευσης δηλ., προσωπικές πεποιθήσεις. Και πράγματι είναι. Η μεταφυσική του σχεδία είναι πολυφωνική (Κ. Μιχαηλίδης). Αλλά οι ρίζες των ιδεών του θα πρέπει να αναζητηθούν κάπου αλλού. Όσα θα λεχθούν εδώ δεν έχουν τόσο πολύ αξιολογικό χαρακτήρα όσο πληροφοριακό. Ο αναγνώστης, καλείται να βγάλει μόνος του τα όποια συμπεράσματά του.
Ο ίδιος ο Καζαντζάκης στα έργα του και στις επιστολές του, μάς ομιλεί για τις επιδράσεις που δέχτηκε από τους εξής πέντε: 1) Όμηρο, 2) Βούδα, 3) Νίτσε, 4) Μπερξόν, 5) Χριστό. Ο ίδιος μας το λέει στην εισαγωγή του στο Ζορμπά.
Ωστόσο, η προσεχτική μελέτη και ανάλυση των έργων και των ιδεών του, αποκαλύπτει και πολλές άλλες άμεσες και έμμεσες πηγές που δεν τις κατονομάζει. Αυτές τις εντοπίζει ο φιλέρευνος ερευνητής, αυτός που θα δαπανήσει αρκετό χρόνο και κόπο για να διεισδύσει στο συνολικό έργο του και να ανασκάψει την κρούστα της επιφάνειας.
Έτσι, εγώ, με τη μελέτη τόσο των έργων του όσο και άλλων κριτικών και ερευνητών, διαπιστώνω ότι εκτός από τους παραπάνω σταθμούς της πνευματικής του πορείας για τους οποίους θα μιλήσουμε σύντομα παρακάτω, υπάρχουν και άλλη μια πηγή που τον επηρέασε βαθύτατα που ενώ δεν την κατονομάζει καθόλου ο ίδιος, είναι η θεοσοφία και ο ελευθεροτεκτονισμός (στον οποίο ήταν ενταγμένος), η Βίβλος και ιδίως τα απόκρυφα Ευαγγέλια.
 Θεοσοφία–Ελευθεροτεκτονισμός
Αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ –γιατί μπορεί να ρίξει αρκετό φως στο όλο θέμα–, είναι η ένταξη του συγγραφέα στον ελευθεροτεκτονισμό και η επίδραση που δέχθηκε από την κοσμοθεωρία της θεοσοφίας στο έργο του.
Ο Βρασίδας Καραλής, μελετητής του Καζαντζακικού έργου, ορθά επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει μελετηθεί η επίδραση της κοσμοθεωρίας του ελευθεροτεκτονισμού επάνω του.
Το ότι ο Καζαντζάκης εντάχθηκε στις τάξεις του ελευθεροτεκτονισμού πολύ νωρίς, μάς είναι γνωστό απ’ όσα μας λέγει ο φίλος του Παντ. Πρεβελάκης. Μας πληροφορεί ότι ήδη από το 1907, ο Καζαντζάκης είχε γραφεί στη μασονική στοά των Αθηνών.
Την ίδια πληροφορία μεταφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την παρατήρηση, ότι «δεν γνωρίζουμε ατυχώς τίποτε άλλο για την τεκτονική του σταδιοδρομία αν ανέβηκε σε ανώτερα δηλαδή στάδια, και αν παρακολουθούσε τεκτονικές εργασίες για πολλά χρόνια».
Η Έλλη Αλεξίου μνημονεύει τις τρεις μασονικές τελείες της υπογραφής του Καζαντζάκη στο γνωστό της βιβλίο Για να γίνει μεγάλος.
Σε επιστολόχαρτά του ο Καζαντζάκης είχε τυπώσει τον ουροβόρο όφι (μισό λευκό και μισό μαύρο) που είναι σύμβολο της θεοσοφίας, και μέσα στον κύκλο, το ψευδώνυμό του Πέτρος Ψηλορείτης με τη φράση «εν το παν». Στην Οδύσσειά του (Β’ στίχ. 811–813) μνημονεύει τον αγκυλωτό σταυρό (σβάστικα), που είναι γνωστό θεοσοφικό έμβλημα προερχόμενο από την αρχαία ινδική θρησκεία.
Είναι γνωστό επίσης ότι δημοσίευσε άρθρα του στο μασονικό περιοδικό Κρητική Στοά. Λέγεται, ακόμη, ότι μασονικά στοιχεία (διάσημα) του Καζαντζάκη φυλάσσονται στο μουσείο Σκεντέρμπεη στην Αθήνα.
Για να αντιληφθεί καλύτερα ο αναγνώστης την γενική επίδραση του τεκτονισμού στην κοσμοβιοθεωρία του Καζαντζάκη πρέπει να τονίσουμε την οργανωτική δομή των τεκτονικών συντεχνιών, την φιλοσοφική έμπνευση του ουμανισμού της αναγέννησης και την  θρησκευτική παράδοση του γνωστικισμού που συνθέτουν το θεμελιακό τρίπτυχο του ελευθεροτεκτονισμού
Υπάρχουν καθαρά θρησκειοφιλοσοφικά στοιχεία–αρχές, όπως η πίστη στο Θεό το Μέγα Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος (ΜΑΤΣ) όπως τον αποκαλούν, τελετές εισδοχής, συνελεύσεις, τελετουργικές, κ.λπ. Αλλά λόγω της ποικιλομορφίας και της ανεξιθρησκίας του τεκτονισμού, οι ιδέες των μελών του δεν επιδέχονται ενιαίο χαρακτηρισμό. Χωρίς να είναι μια ιδιαίτερη θρησκεία, ο τεκτονισμός, είναι μία «συγκρητιστική πανθρησκεία» στην οποία όλα τα ετερόκλητα στοιχεία ανά τους αιώνες μπορούν να συνυπάρχουν και να συλλειτουργούν.
Βασικός σκοπός του η ηθικοποίηση του ατόμου. Η θρησκεία έχει να παίξει δευτερεύοντα ρόλο, παρά την πληθωρική παρουσία θρησκευτικών συμβόλων, μυθολογικών παραδόσεων αιγυπτιακού ή ιουδαϊκού περιεχομένου.
Ωστόσο, στους κόλπους του τεκτονισμού, εμφατικά ενυπάρχουν τα στοιχεία του αρχαίου Γνωστικισμού, ο αγνωστικισμός και ο αντικληρικαλισμός, ενώ σε ορισμένες στοές δίδεται έμφαση και στον αποκρυφισμό και στον πνευματισμό (ιδιαίτερα στη θεοσοφία).
Η θεοσοφική εταιρία της Μπλαβάτσκι και των διαδόχων της (Αννί Μπένσαν κ.λπ.) από την άλλη πλευρά, δίδοντας έμφαση στις ανατολικές θρησκείες (βουδισμό, ινδουισμό) έγινε ο σύνδεσμος, το προγεφύρωμα, ώστε να διαρρεύσουν και να εισχωρήσουν ανατολικές φιλοσοφίες στη δύση και στους αποδέκτες της. Θα υπενθυμίσουμε εδώ τον αναγνώστη ότι στα 1927 επισκέφθηκε την Ελλάδα ο Κρισναμούρτι, ο θεωρούμενος ως τελευταία ενσάρκωση του Μεσσία από τους θεοσόφους. Και ο Καζαντζάκης μαζί με το Σικελιανό, που γνώριζε καλά τη θεοσοφία, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα την τάση για τον συγκρητισμό της θεοσοφίας και άλλες απόψεις και να δεχθεί την επίδρασή της.
Τι παρέλαβε λοιπόν ο Καζαντζάκης από τη θητεία του στο τεκτονισμό και από τον συγχρωτισμό του με τη θεοσοφική σκέψη; Θα απαντούσαμε ουκ ολίγα. Ιδού μερικά αποκαλυπτικά στοιχεία:
Την τάση του για το θρησκευτικό συγκρητισμό, όπως αυτή διαφαίνεται στην Ασκητική, αλλά κυρίως την αντίληψη ότι ο Θεός εμφανίζεται με διάφορα πρόσωπα είτε ως Αλλάχ, είτε ως Βούδας είτε ως Θεός κ.λπ. όπως τον εμφανίζει στα μυθιστορήματά του. Τού είναι αδιάφορο υπό ποίαν μορφή. Σημασία έχει για το συγγραφέα, ότι υπάρχει Θεός και εμφανίζεται με διάφορα πρόσωπα. Για τον Καζαντζάκη, βέβαια, Θεός είναι η ζωική ορμή του Ηράκλειτου ή το  élan vital του Μπερξόν. Ο Θεός βρίσκεται μέσα στη ζωή, στον άνθρωπο και μάχεται για την δική του σωτηρία.
Την επίδρασή του από τον Βουδισμό και τις ανατολικές θρησκείες, τις οποίες φαίνεται ότι μελέτησε εκτεταμένα. Ας θυμηθούμε εδώ απλά, ότι το πρωτόλειο έργο του Όφις και κρίνο το εδημοσίευσε με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβανή (από το ινδουιστικό κάρμα = ανταπόδοση και το νιρβάνα = υπέρτατο αγαθό αυτοεκμηδένισης).
Τις αντιλήψεις του περί του καλού και του κακού και περί των σταδίων ενοποιήσεως και συγχώνευσης καλού και κακού (που τελικά δεν υπάρχει βέβαια) και από το Νίτσε. Είναι χαρακτηριστική η φράση του στην Ασκητική:
«Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, ανεμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη. Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία».
Την ιδέα ότι ο άνθρωπος αγωνιζόμενος μεταποιεί την ύλη σε πνεύμα. Και μυούμενος, φθάνει στο ανώτατο σημείο τελειοποίησης, γίνεται Θεός. Συχνή είναι η αναφορά στα έργα του η φράση «Θεέ μου, κάνε με Θεό».
Την άρνησή του στην ύπαρξη κόλασης–άσχετα αν τη μνημονεύει συχνά στα μυθιστορήματά του και βάζει στο όνομα των ηρώων του φράσεις που παραδέχονται τον παράδεισο και την κόλαση. Οι θεόσοφοι απορρίπτουν την ιδέα της κόλασης, που τη θεωρούν μέγα σκάνδαλο που αντιτίθεται στην έννοια του θεού–αγάπης. Παρόμοια, ο Καζαντζάκης ως θεόσοφος πιστεύει ότι ο Θεός «κρατάει σφουγγάρι και ότι όλοι οι αμαρτωλοί θα σωθούν και ο Σατανάς ο ίδιος»
Την εξύψωση ως ηρώων–αγίων, προσώπων ανταρτών–επαναστατών, που η θεοσοφία αναγνωρίζει ως πρόσωπα με εμφανή ρόλο στην κοσμοθεωρία της (θεοσοφία του Μπαθομέτ) π.χ. Δαθάν και Αβιρών, Κάιν, Ιούδα κ.λπ. Για τον Κάιν σαν σύμβολο, ο Καζαντζάκης είναι γνωστό ότι τον εξεθείαζε· «ο Κάιν αυτός ο απελπισμένος και περήφανος. Τον αγαπώ, ως αγαπούμε ότι μας μοιάζει».
Όσον αφορά τον Ιούδα, είναι γνωστόν ότι παίζει ηγεμονικό ρόλο στα μυθιστορήματά του  και ιδιαίτερα στον Τελευταίο πειρασμό. Όπως οι αρχαίοι Γνωστικοί, έτσι και ο Καζαντζάκης πιστεύει ότι η προδοσία του Ιούδα ήταν μια θεϊκή αποστολή. Τον θεωρεί συνεργάτη του Ιησού στη σωτηρία του κόσμου και τον εμφανίζει να παρακαλεί τον Χριστό να πάει στους Φαρισαίους να τον προδώσει, έργο που το θεωρεί βαρύ, ενώ η σταύρωση του ίδιου του Ιησού είναι πιο εύκολη.«Εγώ κι εσύ θα σώσουμε τον κόσμο· εγώ θα σταυρωθώ και εσύ θα με προδώσεις».
Τη ροπή του να μελετά και να ερμηνεύει τα βιβλικά πρόσωπα και αγιογραφικές διδασκαλίες με τη χρήση αποκρύφων βιβλίων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Απ’ αυτά αντλεί διάφορες πληροφορίες που τις θεωρεί εξίσου αξιόπιστες, αν όχι πιο αξιόπιστες απ’ αυτές τις Βίβλου. Για τον Τελευταίο πειρασμό, το πολύκροτο αυτό μυθιστόρημα, η Ελένη Καζαντζάκη σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Το Βήμα (21–1–1996) μας πληροφορεί, ότι ο Καζαντζάκης άντλησε πληροφορίες από τα απόκρυφα Ευαγγέλια.
Όπως η ιδρύτρια της θεοσοφίας Μπλαβάτσκι, έτσι και ο Καζαντζάκης, δεχόταν ότι «τα Ευαγγέλια είναι παραποιημένα και έπρεπε κάποιος να τα αποκαταστήσει…» Στον Β. Knös ο Καζαντζάκης έγραφε ότι προσπαθούσε «να ξανασαρκώσει την ουσία του Χριστού, αναμερίζοντας τις σκουριές, τις ψευτιές και τις μικρότητες, που τον φόρτωσαν και τον παραμόρφωσαν όλες οι εκκλησίες και όλοι οι ρασοφόροι της χριστιανοσύνης…»
«Παραβολές, που δεν ήταν δυνατόν ο Ιησούς να αφήσει όπως τις αναφέρουν τα Ευαγγέλια, τις συμπλήρωσα και τους έδωκα το υψηλό και σπλαχνικό τέλος που ταιριάζει στην καρδιά του Ιησού».
Τέλος, την άποψη, ότι ο Ιησούς υπήρξε άνθρωπος που είχε μέσα του το Θεό ακριβώς όπως όλοι οι άνθρωποι. Δηλαδή, για τον Καζαντζάκη, όλοι οι άνθρωποι είμαστε θεάνθρωποι, όλοι μας μέσα μας έχουμε το θείο, και με τον αγώνα και την ανέλιξη, μπορούμε να φθάσουμε στη Θεία υπόσταση του Χριστού, στη θέωση. Διότι ο Χριστός, όπως κι εμείς, ξεκίνησε από τα κατώτερα στρώματα και είδη της ζωής–όπως ακριβώς πίστευε και η Μπλαβάτσκι.
Ο θεοσόφος ιδρυτής της ανθρωποσοφίας Ρούντολ Στάινερ (R. Steiner) υπογράμμιζε αυτό που μας λέγει ο Καζαντζάκης στα μυθιστορήματά του για το Χριστό: «Για εκείνους που έχουν αναγνωρίσει τη θεία φύση τους, ο Βούδας και ο Ιησούς είναι μυημένοι με την πλέον υψηλή έννοια. Ο Ιησούς είναι ένας μυημένος μέσω της εγκατοίκησης της ύπαρξης του Χριστού μέσα του…»
Έτσι και στον Καζαντζάκη. Ο άνθρωπος μέσα του έχει το Θεό αλλά πρέπει να αγωνισθεί για να τον σώσει. Ο ίδιος ο Θεός χρειάζεται βοήθεια. Γι’ αυτό και η Ασκητική του, έχει τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Salvatores Dei–Σωτήρες του Θεού.
Η Ασκητική του, είναι μια ποιητική λυρική κραυγή, σχόλιο και άσκηση πάνω στο χάος, ένα μετακομμουνιστικό ΠΙΣΤΕΥΩ, ένα πανόραμα και συνονθύλευμα φιλοσοφικών ιδεών και πολλών ρευμάτων με διάχυτες τις θεωρίες του Νίτσε και Μπερξόν και με στόχο τον αγώνα του ανθρώπου να λυτρώσει τη θεία φλόγα που έχει μέσα του και να λυτρωθεί ο ίδιος, αν και το τελευταίο κεφάλαιο η Σιγή, οδηγεί στον βουδιστικό πεσιμισμό, γιατί ανατρέπει όλα τα προηγούμενα, λέγοντας ότι «και το εν αυτό δεν υπάρχει».
Μάς πληροφορεί ο Πρεβελάκης: «Η πρόσκαιρη διαμονή του Καζαντζάκη στο Μπέκοβο συνδέεται μ’ ένα σημαντικό γεγονός της πνευματικής ζωής. Tη στροφή του προς τον ολικό μηδενισμό. Είναι παράδοξο κι όμως αληθινό· ο Καζαντζάκης διατυπώνει τη φοβερή κατακλείδα της μυσταγωγίας του. «Διορθώνω την Ασκητική», μου γράφει από το Μπέκοβο στις 11 Ιουνίου 1928. «Πρόσθεσα ένα μικρό κεφάλαιο, Σιγή· μπόμπα που ανατινάζει όλη την Ασκητική».
Η Σιγή έκανε την Ασκητική αντιφατική. Με την προσθήκη της Σιγής η Ασκητική καταστράφηκε σαν οδηγός ζωής δεν παρέμεινε τίποτα πια απ’ αυτήν, παρά η λογοπλαστική λογοτεχνική της αξία.
Συνεπώς, στην ιδεολογία του ο Καζαντζάκης μάς καλεί να σώσουμε το Θεό που είναι η ζωική ορμή του Μπερξόν, ένας μαχόμενος Θεός και να γίνουμε έτσι Salvatores Dei, σωτήρες του Θεού.
Ο Καζαντζάκης είχε ενστερνιστεί την αρχαιοελληνική ρήση «εν το παν» των Ελεατών. Ήθελε να ενοποιήσει όλες τις μεταφυσικές θεωρίες που εγνώριζε, ιδεαλιστικές, υλιστικές, βιταλιστικές, μηδενιστικές, θεοσοφικές, βουδιστικές, μαρξιστικές κ.λπ. Να κάνει δηλ. κάτι ανάλογο που κάνει σήμερα η Παγκοσμιοποίηση με τη Νέα Εποχή.
Υπήρξε λοιπόν από μια άποψη ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ της ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ με μια «Παγκοσμιοποίηση μεταφυσική».
Όπως ορθά σχολιάζει ο Πίτερ Μπιεν, προσωπικός του φίλος και μεταφραστής: «Το έργο του ολόκληρο είναι μια προσπάθεια δημιουργικής ένωσης της χριστιανικής θρησκείας, με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου και με τον αρχαίο κόσμο».
Εδώ, θα έπρεπε να πούμε κάτι που ίσως παραξενέψει τους πιο πολλούς. Ότι ο ίδιος, δεν θεωρούσε τον εαυτό του διάκονο της ομορφιάς, ούτε της τέχνης και, φυσικά, ούτε τον εαυτό του λογοτέχνη, παρόλο που έγραψε θεατρικά έργα και ποίηση και μυθιστόρημα.
Το γιατί, μας το αποκαλύπτει ο ίδιος σε μια ραδιοφωνική εκπομπή που έδωσε στις 25/5/1957, λίγους μήνες πριν πεθάνει δηλαδή, και τις σκέψεις αυτές τις επαναλάμβανε και αλλού στα έργα του «Σκοπός μου δεν είναι η ομορφιά είναι η λύτρωση» (άσχετα που όπως ομολογεί στην Αναφορά δια στόματος του Οδυσσέα του, «δεν λυτρώθηκε (ποτέ) από τη λύτρωση»). «Το όραμα του κόσμου δεν έχει, για μένα αισθητικό χαρακτήρα… Ο σκοπός που επιδιώκω στο έργο μου δεν είναι η ομορφιά… Νιώθω πως, σήμερα, η ταραγμένη ψυχή μας επιθυμεί κάτι το πιο επείγον από την ομορφιά… ζούμε σε μια εποχή όπου… θεμελιακά προβλήματα δεν βρήκαν ακόμα μια λύση… Τα προβλήματα της ελευθερίας, της ηθικής, της δικαιοσύνης, της ειρήνης… Το επείγον καθήκον μας είναι να βρούμε τη λύση γι’ αυτά τα προβλήματα… Να γιατί η αποστολή μου στον κόσμο δεν έχει αισθητικό χαρακτήρα… Η ζωή είναι στρατευμένη. Στρατεύομαι μαζί της. Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν θεωρώ τον εαυτό μου λογοτέχνη. Θέλω να πω, διάκονο της ομορφιάς».
Σε μια επιστολή του επίσης προς τον Απόστολο Σαχίνη το 1955 λέει: «Είμαι, κατάντησα, γραφιάς και επιστρατεύω τα 24 στρατιωτάκια του αλφάβητου και επιχειρώ την ανέλπιστη δονκιχωτική εκστρατεία, να συλλάβω τον Αόρατο… Στήνω και τις λέξεις παγίδες όχι για να συλλάβω την ωραιότητα, όπως κάνουν οι εύκολα ικανοποιημένοι καλαμαράδες, παρά για να συλλάβω το Θεό». Από αυτά καταλαβαίνετε πως καμιά σχέση δεν έχω με τους λεγόμενους λογοτέχνες, με τη λεγόμενη λογοτεχνία· μεταχειρίζομαι τα ίδια μέσα βέβαια κι εγώ, τις λέξεις, μα εντελώς για άλλο σκοπό· κι η ωραιότητα είναι κι αυτή για μένα μέσο και όχι σκοπός· γιατί ξέρω πως πολύ πιο σίγουρα μαβλίζεται ο Αόρατος από την ομορφιά, παρά από την ασκήμια».
Όλα αυτά τα έλεγε βέβαια, όπως παρατηρεί ο Σαχίνης, γιατί ο Καζαντζάκης δεν ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε για να γράφει, αλλά για να πει κάτι: για να κάνει αυτό τον εσωτερικό αγώνα του και συνάμα τον αδιάκοπο αγώνα του κόσμου· έχει ένα μήνυμα. Γι’ αυτό το λόγο η συγγραφική προσωπικότητά του παρουσιάζει κάτι το προφητικό και το αποστολικό.
Ήταν λοιπόν όπως φαίνεται, από τη ζωή του και τη στάση του ένας φιλόσοφος–ποιητής, πεζογράφος.
Τελικά δεν είχε τίποτα δικό του; Είναι ένα εύλογο ερώτημα που ανακύπτει μετά από όλα αυτά που ειπώθηκαν εδώ.Έτσι υποστηρίζουν μερικοί μελετητές του.
Ο Μάρκος Αυγέρης λέει ότι «ο Καζαντζάκης υιοθετεί ιδέες από τα πιο διαφορετικά φιλοσοφικά συστήματα χωρίς να κάνει διάκριση για την καταγωγή και τις βαθιές διαφορές που τις χωρίζουν. Θέλει να κλείσει μέσα σ’ αυτές το ναι και το όχι, το νόμο και τον αντίνομο, το Θεό και τον αντίθεο, το καλό και το κακό, όπως λέει κάπου με το στόμα του Οδυσσέα».
Τα ίδια περίπου λέει και η Λίλη Ζωγράφου και ο Θ. Γραμματάς εν μέρει.
Ωστόσο, αυτό θα αποτελούσε αυστηρή κι άδικη κρίση. Γιατί, αν και επηρεάστηκε πολύ από διάφορες πηγές, όπως είδαμε, οι συνδυασμοί των ιδεών είναι δικοί του. Οι μορφές που δίνει στις ιδέες αυτές είναι δικές του. Το ύφος του είναι μια παθιασμένη κραυγή· και το πάθος διακρίνει την σκέψη, την έκφραση και την αίσθηση ζωής. Η γλώσσα του είναι μοναδική. Τραχιά, δυνατή, αρρενωπή. Είναι δεινός γλωσσοπλάστης και παρουσιάζει φοβερές συνθετικές ικανότητες με το να ανακατεύει με τη λεξιθηρία που τον διακρίνει, όλα τα είδη του λόγου, με σάτιρα, χιούμορ, κωμικό και υπερβολή. Ο Καζαντζάκης ανασταίνει τη λεπτομέρεια. Φέρει τα τραγικά στοιχεία του δημιουργού που φέρνει μέσα του τα στίγματα και τις αβεβαιότητες όλου του κόσμου.
Τελειώνοντας ας δούμε και μερικές κρίσεις για το έργο του. Ο Αλέξης Ζήρας λέει: «Ο Καζαντζάκης –καθώς και όλοι οι συγγραφείς– είναι δημιουργός που δεν μπορεί να εξεταστεί έξω απ’ τις ιστορικές συνθήκες μιας ορισμένης εποχής… Ξαναδιαβάζοντας και πάλι Καζαντζάκη… εξακολουθώ να δέχομαι ότι είναι μεγάλος συγγραφέας. Μπορεί ακόμα να συγκλονίσει τον αναγνώστη, να τον κάνει συνοδοιπόρο της πίστης και της αγωνίας του. Με τον Καζαντζάκη η λογοτεχνία μας πήρε μια μεγάλη ώθηση, που δεν μπόρεσε να παραγνωριστεί».
Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: «Ο Καζαντζάκης υπήρξε ένας άνθρωπος, που πάλεψε δεινά  με τον εαυτό του, με τους άλλους, με τη μοίρα, με την ανθρώπινη αδυναμία. Έφερε το ελληνικό μήνυμα, τη Μεσόγειο, την Κρήτη… μίλησε την αρρενωπή του γλώσσα σε μυριάδες καρδιές. Έκαμε πολλά πνεύματα να συλλογισθούν· είναι ακαταπόνητος αεροναύτης του Στοχασμού».
Ο Αλέξης Μινωτής: «Κι αν ακόμη αρνηθείς όλο του το έργο, μένει ο άνθρωπος. Έβαλε τον εαυτό του κάτω, εξήντα Χρόνια Μοναξιάς, τον έστυψε κι έβγαλε την καλύτερη σταγόνα που έχουμε».
Ίσως η καλύτερη σταγόνα, ήταν αυτό που είπε ο ίδιος ο Καζαντζάκης επιγραμματικά για το έργο του.
Ολάκερη η ψυχή μου μια κραυγή.
Κι όλο μου το έργο, το σχόλιο στην κραυγή αυτή.
Μια λέξη πάντα σ’ όλη μου τη ζωή με τυραννούσε και με μαστίγωνε, η λέξη ‘Ανήφορος’».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here